Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα«, 01/10/2018

Όχι. Ούτε διάθεση ούτε πρόθεση έχω να μειώσω την αξιοπιστία του δημοψηφίσματος στη γειτονική μας Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Έχω μάθει με τον σκληρό τρόπο να σέβομαι και να μην υποτιμώ τους γείτονές μας, όπως δυστυχώς συνηθίζουμε με τους βόρειους κυρίως ως κοινωνία, ως λαός και συχνά ως κράτος… Ναι, έχουμε ανοικτά ζητήματα, ανοικτά προβλήματα. Άλλο όμως η πατριωτική προσπάθεια να πετύχουμε το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα για τα εθνικά μας συμφέροντα και άλλο η υποτίμηση και η αλαζονεία. Την πληρώσαμε ακριβά μάλιστα με απόφαση – ράπισμα από το Διεθνές Δικαστήριο στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν.

Άλλωστε, τι είδους υπεροψία μπορεί να δικαιολογεί σήμερα το πραγματικό γεγονός ότι πέραν των συνόρων μας υπάρχουν χώρες με ιστορική διαδρομή ανεξαρτησίας μόλις 27 χρόνων οι οποίες, παρά τις ατέλειές τους, παρέχουν το δικαίωμα συμμετοχής και ψήφου στους εκτός συνόρων πολίτες τους; Στους ομογενείς τους, όπου και αν βρίσκονται.

Ο τίτλος που διάλεξα, «Το μαυρόασπρο», έχει μάλλον μεγαλύτερη και πιστότερη εφαρμογή στην Ελλάδα. Δυστυχώς, το «μαυρόασπρο» μέχρις ότου γίνει γκρι κυριαρχεί ακόμη και στα πλέον σημαντικά ζητήματα. Αυτά δηλαδή που ονομάζουμε εθνικά μας θέματα. Αυτά που προκαλούν και επιβάλλουν τον λόγο και τον αντίλογο. Σπανιότερα και τον διάλογο. Το «μαυρόασπρο» κυριαρχεί εδώ και μήνες. Πολιτικά χαρακώματα αντί διαλόγου επιχειρημάτων. Δεν ξέρω αν κάποιος νομίζει ότι βγαίνει κερδισμένος. Μπορώ όμως να ισχυριστώ ότι χαμένοι είναι οι πολλοί. Εκείνοι που προσπαθούν να καταλάβουν τι γινόταν τόσα χρόνια με το Μακεδονικό, πότε το ανακαλύψαμε, πότε το αποκαλύψαμε, πότε και γιατί δεν το λύσαμε. Επίσης γιατί το λύσαμε…

Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο. Συγχωρήστε μου που αυτή τη φορά θα ζητήσω την ξενόφερτη βοήθεια του Τζορτζ Όργουελ και του προφητικού και ωμά ρεαλιστικού «1984», γραμμένου το 1949. Ναι, είναι αυτό το βιβλίο που κάνει λόγο για τον Μεγάλο Αδελφό, τη Νέα Ομιλία και τη Διπλή Σκέψη. Το ξαναδιάβασα προσεκτικά με σημειώσεις και υπογράμμιση. Μη με ρωτήσετε γιατί.

Μπορώ όμως να σας εμπιστευθώ – υπό εχεμύθεια – ότι έμεινα πολλές ώρες στο κεφάλαιο που αναλύει το «μαυρόασπρο». Είναι η λέξη – κλειδί. Αυτή η λέξη, γράφει, όπως πολλές άλλες στη Νέα Ομιλία «…έχει δύο αντιφατικές έννοιες. Όταν πρόκειται για έναν εχθρό, εννοεί τη συνήθεια να υποστηρίζει με αναίδεια ότι το μαύρο είναι άσπρο, αντίθετα με τα καταφανή γεγονότα. Όταν πρόκειται για ένα μέλος του Κόμματος, σημαίνει την έντιμη και ευσυνείδητη επιθυμία να πει ότι το μαύρο είναι άσπρο όταν η πειθαρχία του Κόμματος το απαιτεί. Αλλά σημαίνει επίσης την ικανότητα να πιστεύει πως το μαύρο είναι άσπρο και να ξεχάσει ότι είχε πιστέψει κάποτε κάτι άλλο».

«Ασπρόμαυρο» λοιπόν το ταιριαστό μας χρώμα κατά τη δημόσια αποτίμηση της συμφωνίας των Πρεσπών. Μετά το δημοψήφισμα όμως στη γειτονική μας χώρα ίσως δεν νιώσουμε μοναξιά…