Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ«, 29/01/2019

Ομολογώ ότι δεν μου είναι πολύ βαρετό. Να ψάχνω εδώ και εκεί να δω τι έλεγα. Αν διαψεύστηκα ή αν επιβεβαιώθηκα. Δεν έχω τη ψευδαίσθηση ότι ανήκω στην ευδοκιμούσα πολυπληθή στην Ελλάδα κατηγορία των «αλάθητων». Πολιτικών, δημοσιογράφων, της μυριάδας γεωστρατηγικών αναλυτών και βέβαια ημών των διπλωματών.

Στην πολιτική και διπλωματική μας ιστορία η Συμφωνία των Ψαράδων – Οτέσεβο (Πρέσπες) θα καταγράφεται πλέον με την κάθε άλλο παρά τυπική ένδειξη Νόμος 4588 (ΦΕΚ, τεύχος πρώτο, αρ. φύλλου 9) της 25ης Ιανουαρίου 2019. Ο νόμος, όπως άλλωστε και το κείμενο της συμφωνίας, φέρει λάθος τίτλο «Τελική Συμφωνία για την Επίλυση των Διαφορών οι οποίες περιγράφονται στις Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας 817 (1993) και 845 (1993)…».

Το είχα εδώ και καιρό επισημάνει στο βιβλίο μου. Οι αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας –πρωτογενής πηγή διεθνούς δικαίου– ορίζουν ότι υπάρχει μία μόνο διαφορά (a difference), το όνομα της γειτονικής μας χώρας. Οχι διαφορές. Επαναλαμβάνεται άλλωστε οκτώ φορές στο κείμενο των δύο αποφάσεων. Σχολαστικότητα και λεπτομέρειες θα μου πείτε. Οχι όμως χωρίς σημασία. Διότι οι «Διαφορές» αποτελούν τη μετάβαση σήμερα πέραν του ονόματος στα περιλαμβανόμενα επώδυνα ζητήματα ταυτότητας ΜΑCEDONIAN/Μακεδονική –διά νόμου πλέον άνευ εισαγωγικών– γλώσσα και ιθαγένεια/εθνότητα/υπηκοότητα.

Πέρυσι τέτοια εποχή, αρκετά πριν φθάσουμε στις όχθες των Πρεσπών, έγραφα στην «Καθημερινή» (18 Φεβρουαρίου 2018): «Είναι ήδη αργά για ψύχραιμη συζήτηση και υπεύθυνη ενημέρωση της κοινής γνώμης. Ο πολωτικός διχασμός –πραγματικός ή τεχνητός– που αντιλαμβάνομαι ότι θα κορυφωθεί τις επόμενες μέρες και η σύγχυση της κοινής γνώμης σταθερά επαναλαμβάνονται. Σε όλο πλέον το φάσμα των κρισίμων θεμάτων της εξωτερικής μας πολιτικής. Η μία Ελλάδα ακυρώνει –συνειδητά ή ασυνείδητα– στο επίπεδο της πολιτικής εθνικής ασφάλειας την άλλη Ελλάδα. Τις πταίει;».

Ο νόμος 4588 σήμανε πλέον για όλους μας την ώρα της αλήθειας. Χωρισμένοι ήδη από το 1992 σε κατηγορίες: α) σε αυτούς που λόγω ρομαντισμού θεωρούσαν ότι το Μακεδονικό (όνομα) ήταν εξαρχής μια χαμένη μάχη, β) στους ασυμβίβαστους αρνητές κάθε συμβιβασμού, γ) στους τυφλούς οπαδούς της κομματικής ορθοφροσύνης (εθνικά ορθό είναι το κομματικά ωφέλιμο) και δ) στους θιασώτες ενός βιώσιμου αμοιβαία αποδεκτού συμβιβασμού (στους οποίους περιλαμβάνομαι). Σήμερα στη δύσκολη αυτή ώρα του απολογισμού, θα τολμούσα να ισχυριστώ ότι κατεξοχήν χαμένοι είναι όσοι μέχρι και την περασμένη εβδομάδα ανήκαν –το επανέλαβαν μάλιστα στη Βουλή– στις δύο πρώτες κατηγορίες.

Αμήχανοι πράγματι σήμερα νιώθουμε όσοι πιστέψαμε και εργαστήκαμε για ένα βιώσιμο συμβιβασμό. Εξακολουθούμε να θεωρούμε ότι δεν εξασφαλίζεται με τη συμφωνία των Πρεσπών. Εμείς που ακολουθήσαμε κατά καθήκον και συνειδητά τη λεγόμενη εθνική γραμμή από το 1993 και μετά. Μοιάζει να είμαστε μόνοι. Προσπαθούμε να καταλάβουμε τι ακριβώς υπερασπιζόμαστε τόσα χρόνια. Μήπως τελικά εμείς είμαστε οι μόνοι που δεν είχαμε αντιληφθεί την εθνική γραμμή. Μας αντιμετωπίζουν με δυσπιστία και οι μεν και οι δε.

Απόλυτα, στιγμιαία όμως, κερδισμένοι πιστεύουν ότι είναι εκείνοι που κατά συνείδηση στοιχήθηκαν πίσω από τις κομματικές κυβερνητικές και αντιπολιτευτικές γραμμές. Φρόντισαν στις αγορεύσεις τους να αποστηθίσουν τις θέσεις των τενόρων, βαρύτονων και υψίφωνων. Αυτοί σίγουρα ουδέν συνειδησιακό πρόβλημα έχουν. Κανόνας είναι ότι «το κομματικά τερπνόν είναι και το εθνικά ωφέλιμο». Aς πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Είναι δυνατόν ούτε ένας ή μία βουλευτής από τους 153 που υπερψήφισαν τη συμφωνία να μην εντοπίσει και αναδείξει στη Βουλή των Ελλήνων ένα έστω αδύναμο σημείο της; Είναι δυνατόν ούτε μία ή ένας βουλευτής από τους 146 που την καταψήφισαν να μη σημειώσει ούτε ένα θετικό;

Ερχομαι τώρα στο κύριο πρόβλημα. Θα μου επιτρέψετε να το αποδώσω με τον αδόκιμο όρο το Μετα-Μακεδονικό Ζήτημα. Ανοιξε, δεν έκλεισε ούτε λύθηκε με τη συμφωνία. Θα συμβιώσουμε μαζί του. Εχει δύο όψεις. Η πρώτη είναι ο ελέω Πρεσπών πολιτικός διχασμός πάνω σε κομματικές γραμμές. Αντί της εθνικής συνεννόησης, αυτή δυστυχώς την ευδιάκριτη γραμμή επέλεξε για να συνομολογήσει, υπογράψει και κυρώσει τη συμφωνία η κυβέρνησή μας. Εφεξής, δεσμεύει πλήρως και ανελαστικά τη χώρα μας. Η συνολική εντούτοις και ακέραια εφαρμογή της δεν εξαρτάται μόνο από την τυπική της κύρωση από Αθήνα και Σκόπια. Συναρτάται επίσης από τις πολιτικές στις δύο χώρες και τις ευρωπαϊκές γενικότερα εξελίξεις.

Η δεύτερη όψη αφορά λιγότερο το περιεχόμενο της συμφωνίας και περισσότερο τη συζήτηση στη Βουλή. Ενώπιον μάλιστα της Ολομέλειας άνοιξαν πάλι οδυνηρές μνήμες του εμφυλίου. Δεν υπάρχει καμία οικογένεια που να μην έχει θρηνήσει κάποιο χαμένο αδελφό, πατέρα ή θείο. Και στις δύο πλευρές. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να μας το υπενθυμίσουν. Εκτός αν πιστεύουν ότι η πλευρά των νικημένων ή των νικητών, η ιδιοποίηση μιας ιδεολογίας και μία πρόσκαιρη κομματική ταυτότητα αντικατοπτρίζονται ή δικαιώνονται σήμερα σε κάποια άρθρα της συμφωνίας των Πρεσπών.

Οπως δυστυχώς συμβαίνει στο άρθρο 36 του Συντάγματος της γειτονικής μας χώρας. Ισχυρίζονται ότι αντανακλά «ένα πραγματικό ιστορικό γεγονός». Ως προς αυτό συμφωνούμε. Διαφωνούμε στην ανάγνωση, στην ερμηνεία και στις δυνατές, εύχομαι όχι πιθανές, μελλοντικές επιπτώσεις.

Καίτοι δεν τρέφομαι πλέον με ψευδαισθήσεις, ας δεχθώ ότι η συμφωνία των Πρεσπών κλείνει προσωρινά και επιλεκτικά έστω, ένα μεγάλο διπλωματικό μέτωπο. Επίσης, ότι τώρα θα ανασυντάξουμε το πολιτικό-διπλωματικό κεφάλαιο στην αντιμετώπιση της μόνιμης, οριοθετημένης και πραγματικής εξ ανατολών απειλής.

Πιστεύουμε ότι οι πληγές που αφήνει στον πολιτικό και κοινωνικό μας ιστό ο διχασμός τον οποίο μας προκάλεσε η συμφωνία των Πρεσπών, ενισχύει ή αποδυναμώνει την ατομική και συλλογική συνείδηση της αυτογνωσίας και της ευθύνης; Αυτό το νέο χάσμα ορίζω ως το αποκλειστικά νέο Ελληνικό Μετα-Μακεδονικό Ζήτημα. Τώρα πρέπει να αρχίσει η μεγάλη προσπάθεια της επούλωσης των δικών μας πληγών. Ναι αυτές που μόνοι μας ανοίξαμε στην προσπάθεια να κλείσουμε την ανοιχτή πληγή με τους γείτονές μας. Θα πάρει περισσότερο χρόνο και θα απαιτήσει μία συνειδητή εθνική προσπάθεια.