Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Η Καθημερινή«, 05/12/2018

Τέλη Ιουλίου 2018. Μόλις είχα ολοκληρώσει τη συγγραφή του βιβλίου «Ελλάδα και Βόρεια Μακεδονία – Αυτοψία της Δύσκολης Συμφωνίας των Πρεσπών» που πρόσφατα κυκλοφόρησε με έναν βαρυσήμαντο πρόλογο του Ευάγγελου Βενιζέλου. Ζήτησα τη γνώμη ενός από τους τελευταίους σοφούς των Αθηνών. Τον θεωρώ τον σημαντικότερο εν ζωή εκπρόσωπο της διπλωματικής σχολής ορθολογισμού, γνώσης και σκέψης, κύριο χαρακτηριστικό της οποίας ασφαλώς δεν είναι ο επί παντός επιστητού ακτιβισμός. Ακόμη δε λιγότερο, ο με κάθε τίμημα συμβιβασμός.

Πολλά θα είχαν να ωφεληθούν οι γεμάτοι αυτοπεποίθηση διπλωματικοί/πολιτικοί παντογνώστες αν ζητούσαν τη γνώμη του. Με ενθάρρυνε να προχωρήσω. Κοινή ήταν η διαπίστωσή μας ότι με ή χωρίς συμφωνία οι γείτονές μας δύσκολα θα απαρνηθούν τον μακεδονισμό και τα θεμελιώδη συστατικά του (γλώσσα, εθνότητα).

Ο χθεσινός τίτλος της «Κ» είναι αναμφίβολα ορθός. Με μία ίσως παρατήρηση. Το πρόβλημα δεν αναδύθηκε τώρα, ούτε καν περιορίζεται μόνο στις δηλώσεις του πρωθυπουργού Ζόραν Ζάεφ και του πολύπειρου υπουργού Εξωτερικών Νίκολα Ντιμιτρόφ. Ο κ. Ζάεφ επανέλαβε με ενοχλητικότερα, με πλέον άμεσα και επιτέλους από όλους κατανοητά λόγια και έργα αυτά που συνόψισε με τις δηλώσεις του, που έμειναν έκτοτε αναπάντητες, στις 17 Ιουνίου στην Πρέσπα (Οτέσεβο).

Η γενεσιουργός αιτία είναι η ίδια η συμφωνία των Πρεσπών. Τα όσα σήμερα ανακαλύπτουμε, μόνο έκπληξη δεν αποτελούν. Ειδικά σε σχέση με τη μακεδονική (macedonian) γλώσσα και ιθαγένεια/εθνότητα/υπηκοότητα, που αποτελούν την «αχίλλειο πτέρνα» της συμφωνίας, όπως σημειώνω στο επίμετρο του βιβλίου.

Ειδικότερα, ότι: «…Μείζονος σημασίας είναι η διεθνής πτυχή της συμφωνίας. Αφορά στη θεμελιωδώς διαφορετική ερμηνεία των συστατικών της μακεδονικής ταυτότητας όρων (γλώσσα, ιθαγένεια/ υπηκοότητα/εθνικότητα) μεταξύ των δύο συμβαλλομένων στην συμφωνία μερών. Υπάρχει τη στιγμή αυτή σαφής ως προς την ερμηνεία διαφορά μεταξύ των δύο κυβερνήσεων, της Ελλάδος και της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Η εκ διαμέτρου αντίθετη πλέον επίσημη και δημόσια ερμηνεία φοβούμαι ότι ενισχύει και εμβαθύνει τις εκτιμήσεις και φόβους εκείνων που αμφισβητούν τη βιωσιμότητα της συμφωνίας. Κυρίως όμως αποδυναμώνει την εμβέλειά της. …Στην καλύτερη περίπτωση θα πορευόμαστε με μία συμφωνία η οποία, ας το ομολογήσουμε, με την επιτυχή επίλυση του ονοματολογικού ελαφρύνει μεν τα βάρη και της ελληνικής πολιτικής, μεταφέρει όμως ταυτόχρονα στις επόμενες γενιές τις σύγχρονες βασικές γενεσιουργές προκλήσεις του μακεδονικού ζητήματος. Εύχομαι και ελπίζω να κάνω λάθος…».

Από το 1991 μέχρι και τον Ιούνιο του 2018 είναι δημόσια και επίσημα καταγεγραμμένες οι θέσεις όλων ανεξαιρέτως των ελληνικών κυβερνήσεων, όλων ανεξαιρέτως των πρωθυπουργών, υπουργών Εξωτερικών και διπλωματών. Αυτούς που κάποιοι σήμερα με καιροσκοπική επιπολαιότητα και ιδιοτελή πολιτικά/κομματικά κίνητρα χαρακτηρίζουν εθνικιστές, ακροδεξιούς, δειλούς, ανίκανους, ανήμπορους κ.λπ. Με θλίψη βλέπουμε οι ίδιοι χαρακτηρισμοί να απευθύνονται τώρα στα παιδιά και εγγόνια μας. Ειδικότερα, γράφω στο βιβλίο ότι «…από το 1991 μέχρι και την υπογραφή της συμφωνίας, ουδέποτε η Ελλάδα, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων, είχε δεχθεί, με διμερή δεσμευτική συμφωνία μάλιστα, τη χρήση του όρου Macedonian προκειμένου για την ιθαγένεια/εθνότητα/εθνικότητα των Σλαβομακεδόνων. Αντιθέτως, συνεχείς ήσαν οι οδηγίες, τα διαβήματα και οι ενέργειες προκειμένου να μην περιλαμβάνεται σε κείμενα, εκθέσεις και ανακοινώσεις κρατών, οργανισμών και διασκέψεων όπου ήταν δυνατόν να προληφθεί, αποσοβηθεί ή διορθωθεί. Χωρίς να έχουμε πάντοτε κατανόηση, επιτυχία και ανταπόκριση. Αυτή είναι η αλήθεια…».

Ως βασική μου επιφύλαξη που αφορά τη συμφωνία (μακεδονική γλώσσα και μακεδονική ιθαγένεια/εθνικότητα) παρ’ όλες τις ρήτρες ασφαλείας του άρθρου 7 σημειώνω και τα εξής: Εδώ και 25 χρόνια, η θέση των Σκοπίων, ανεξαρτήτως κυβέρνησης και διαπραγματευτών, καθώς και του ιδίου του κ. Μάθιου Νίμιτς, όπως επιβεβαιώνεται από τις διαχρονικές του δημόσιες θέσεις και ανακοινώσεις, ήταν ότι «τα ζητήματα ταυτότητας (γλώσσα και εθνότητα) δεν αποτελούν αντικείμενο της διαπραγμάτευσης». Με άλλα λόγια, δεν επρόκειτο να κληθεί η πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας/Βόρεια Μακεδονία να προβεί εν προκειμένω σε αλλαγές προκειμένου να ικανοποιηθεί η Ελλάδα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, γιατί τελικά συνομολογήσαμε μία συμφωνία η οποία περιέχει/επιβάλλει στην Ελλάδα τη ρητή αναγνώριση δύο θεμελιωδών συστατικών της μακεδονικής ταυτότητας;

Υπό ομαλές συνθήκες, όπως είναι σήμερα τα πράγματα, η συμφωνία των Πρεσπών με τη σημερινή της τουλάχιστον μορφή δεν είναι δυνατόν να υποβληθεί προς κύρωση στη Βουλή των Ελλήνων. Αν παρά ταύτα έλθει, τότε θα ερμηνευθεί τόσο από την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας όσο και από τη διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάδα, και μάλιστα η κυβέρνηση που τη συνομολόγησε, αποδέχεται και συμφωνεί με τη συνταγματική, πολιτική και νομική ερμηνεία που δίνει η γειτονική μας χώρα. Τυχόν μονομερείς ερμηνείες μας ουδεμία αξία θα έχουν.

Αν επιλέξουμε να κλείσουμε σήμερα τα μάτια και τα αυτιά, μόνοι μας βάζουμε τα θεμέλια για το μακεδονικό ζήτημα της επόμενης της συμφωνίας ημέρας, που δείχνει να είναι τόσο κοντά στο χθες. Αντί να ξεριζώσουμε τα ζιζάνια του παρελθόντος, ανοίγουμε μόνοι μας τον δρόμο για ένα προβληματικό αύριο στη νέα γενιά τόσο της Ελλάδος όσο και της γειτονικής μας χώρας. Αυτονόητο όμως είναι ότι προτάσσουμε το ενδιαφέρον μας για την ελληνική.

Ας δεχθούμε ότι η εκ μέρους της κυβέρνησής μας υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών στηρίχθηκε στην αρχή της καλής πίστης και στη νομική και ιστορική επάρκεια των ασφαλιστικών δικλίδων και στο άρθρο 7. Τώρα όμως με ποια επιχειρήματα θα κλείσουμε τα μάτια μας στην επιστροφή στα πέτρινα χρόνια ενός όχι τόσο απόμακρου παρελθόντος (1991) που σηματοδοτεί η τροπολογία του άρθρου 49 του συντάγματος από τη γειτονική μας χώρα; Η πολιτική τους αυτή και η ερμηνεία δεν θα αλλάξει. Επεται, δεν προηγείται της συμφωνίας.

Μπορούμε να δεχθούμε ότι στη συμφωνία καλόπιστα έγινε ένας εσφαλμένος υπολογισμός. Ουδεμία όμως δικαιολογία υπάρχει τώρα για την επικύρωση ενός λάθους με ένα μεγαλύτερο. Οι γείτονές μας φρόντισαν εγκαίρως να μας προειδοποιήσουν και να μας στείλουν το δικό τους ξεκάθαρο μήνυμα. Τα δεδομένα αλλάζουν. Η κυβέρνησή μας και η Βουλή των Ελλήνων θα συναινέσουν;

*Εσκεμμένα επέλεξα τον τίτλο του βιβλίου του Kriste Mircikov, θεωρητικού του Μακεδονισμού (Za Makedonskite Raboti, Σόφια 1903).