Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ», 18/12/2017

Τόσα πολλά έχουν γραφεί και λεχθεί για την επίσημη επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκίας στην Αθήνα και στην Θράκη. Προτείνω λοιπόν να σταθούμε σε ένα μόνο θέμα στο οποίο  συχνά αναφέρθηκε ο κ.Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Είναι γεγονός. Δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα και η ακρίβεια του. Δεν είμαι όμως  βέβαιος ότι έχουμε συνειδητοποιήσει την σοβαρότητα και την σημασία του. Διότι μας αφορά αποκλειστικά.

Από τον Νοέμβριο  του  2002 μέχρι σήμερα , ο κ. Ερντογάν είτε ως Πρόεδρος είτε ως Πρωθυπουργός  έχει συναντηθεί στην Ελλάδα και στην Τουρκία  με  πέντε και όχι τέσσερις όπως ανέφερε Πρωθυπουργούς της Ελλάδος ( Κ.Σημίτη, Κ.Καραμανλή, Γ.Παπανδρέου, Α.Σαμαρά και Α.Τσίπρα). Έχει προφανώς συζητήσει μαζί τους όλο το φάσμα των ζητημάτων που συστηματικά και  επίμονα  θέτει η Τουρκία. Προσθέτοντας μάλιστα είτε ανοικτά και δημόσια είτε στο πλαίσιο των συναντήσεων τους κάθε τόσο και ένα νέο ‘’ζήτημα’’, μία νέα απαίτηση.

Από την εποχή του Πελοποννησιακού Πολέμου γνωρίζουμε ότι ανάλογα με την δύναμη και τις δυνατότητες  ο ισχυρός ‘’απαιτεί’’. Ο αδύναμος ‘’ έπαιτεί’’ ή ‘’αιτείται’’…  Ο Ελευθέριος Βενιζέλος  μας είχε προειδοποιήσει από το 1911 ότι ‘’Τα  έθνη τα οποία ζητούν δι ’επαιτείας να προάγουν  τα συμφέροντα των ,δεν εμπνέουν σε πάντα αμερόληπτο κριτή  παρά μόνον περιφρόνηση’’. Η ρήση αυτή  έχει ειδική βαρύτητα σήμερα ,καθόσον βιώνουμε  ταυτόχρονα  την περιθωριοποίηση των διεθνών και περιφερειακών οργανισμών  και την  επικράτηση της  ποικιλόμορφης αυταρχικότητας ως μίας δυσάρεστης μεν σχεδόν αναπόφευκτης δε μορφής πολιτικής  και διεθνούς  διακυβέρνησης .Επικρατεί το δίκαιον της ισχύος αντί της ισχύος του δικαίου.

Ο  Πρόεδρος της Τουρκίας  εδώ και δεκαπέντε χρόνια συνεχώς και αδιαλείπτως  θέτει, ανοίγει  και διευρύνει  την ημερήσια διάταξη των  διμερών  θεμάτων .Πέραν δηλαδή του ζητήματος της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας που υποτίθεται (;)  ότι  πάνω από σαράντα  χρόνια παραμένει  το μόνο ανοικτό προς συζήτηση και διευθέτηση διμερές με την γειτονική μας χώρα ζήτημα. Εύχομαι και ελπίζω κάποια στιγμή να δημοσιοποιηθούν τα πρακτικά των λεγομένων διμερών  διερευνητικών συνομιλιών. Έτσι  λέγονται  ώστε να αποσείσουμε την  υποψία ότι πρόκειται περί διαπραγματεύσεων… Έχω την αίσθηση ότι  μόνο τα κείμενα αυτά  αντανακλούν άνευ περιστροφών το πραγματικό ισοζύγιο των ανοικτών προβλημάτων. Από την  πλευρά της Αγκύρας ,ας δεχθώ, προς αποφυγήν παρανοήσεων.

Είναι απογοητευτικό ,συνάμα δε επικίνδυνο ,το γεγονός ότι εδώ και δύο  δεκαετίες τουλάχιστον , ως εάν τίποτα να μην έχει αλλάξει  ούτε στην Ελλάδα της αυτό-απαξιωτικής και πολυδιάστατης  κρίσης, ούτε στην Νέα Τουρκία του  πρόσωπο-καθεστωτικού  Προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μήτε στην  ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής την τελευταία οκταετία, οι πολιτικοί μας ταγοί  δεν ένοιωσαν την ανάγκη και  την χρησιμότητα να καθίσουν να συζητήσουν γύρω από το ίδιο τραπέζι. Αυτή είναι η δραματική αλήθεια.

Ακούγοντας τον κύριο Ερντογάν, αναλογίσθηκα με ανάμικτα αισθήματα ανησυχίας  και θυμού  ότι  ουδέποτε εδώ και  πολλά χρόνια έχει συνέλθει σε επίπεδο Πρωθυπουργού ,πρώην πρωθυπουργών και αρχηγών κομμάτων  οποιοδήποτε θεσμικό όργανο διαβούλευσης και συνεννόησης  για τις σχέσεις μας με την Τουρκία.

Αυτή είναι η πιο πικρή γεύση που μου άφησαν οι μέρες που πέρασαν. Διότι η ευθύνη είναι αποκλειστικά δική μας.