Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 14/01/2019

‘Εφθασε λοιπόν η στιγμή της αλήθειας. Η χθεσινή Κυριακή δεν διέψευσε όσους φοβόμαστε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, θα δοκιμάσει την ωριμότητα της Δημοκρατίας και του πολιτικού μας συστήματος. Εύχομαι περισσότερο από ρομαντισμό και λιγότερο από ρεαλισμό η επικείμενη συζήτηση στη Βουλή να μην αποτελέσει μια οδυνηρή αντιγραφή της απογοητευτικής συνεδρίας της 15ης και 16ης Ιουνίου 2017. Το επίπεδο πολιτικής σύγκρουσης με αφορμή τη Συμφωνία έφερε τον νέο πολιτικό Διχασμό.

Ανεξαρτήτως της πολιτικής και προσωπικής στάσης που έχουμε απέναντι στη Συμφωνία των Πρεσπών, ας γίνει μία προσπάθεια να μην ακουστούν από το βήμα της Βουλής βαριά λόγια και χαρακτηρισμοί, όπως εθνικιστές, φοβικοί, δειλοί, υποκριτές, ανήμποροι. Επίσης, προδότες, μειοδότες, ενδοτικοί, υποτελείς και εφιάλτες.

Ας γίνει κατανοητό ότι η κατάσταση της σύγχυσης για τη Συμφωνία που καθημερινά διογκώνεται αποδυναμώνει και υπονομεύει την όποια αξιοπιστία είχε απομείνει στο πολιτικό μας σύστημα. Κυρίως όμως παρασύρει αντί να ποδηγετήσει την κοινή γνώμη. Της προκάλεσε ήδη οργή, απορία και θυμό. Όταν οι πολιτικοί μας ταγοί εντός και εκτός της Βουλής προκρίνουν τις άστατες κραυγές και τον διχασμό, τότε ελευθερώνουν δρόμους και πλατείες για επικίνδυνους αυτόκλητους «νέους εθνοσωτήρες».

Δυστυχώς, όσο περνά ο καιρός, ο θυμός μεγαλώνει. Η αντίθεση στη Συμφωνία διογκώνεται. Τα θετικά της σημεία, διότι υπάρχουν, παραγνωρίζονται. Τα αρνητικά, διότι υπάρχουν, κρύβονται ή δαιμονοποιούνται.

Ας συμφωνήσουμε λοιπόν τουλάχιστον σήμερα ότι κάποιοι μπορεί να είμαστε δημοκράτες, πατριώτες και να στηρίζουμε τη Συμφωνία των Πρεσπών. Όπως επίσης πατριώτες και δημοκράτες και να στεκόμαστε κριτικά.

Η προσπάθεια πολιτικής συνεννόησης έλειψε δραματικά στην περίοδο που προηγήθηκε της υπογραφής της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η κυβέρνησή μας με την τακτική του εξοστρακισμού των πολιτικών της αντιπάλων αποδυνάμωσε την κοινωνική και πολιτική αποδοχή της «δικής» της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η τακτική της να χρησιμοποιήσει το Μακεδονικό και τη Συμφωνία κατά των κομμάτων της αντιπολίτευσης είχε ως άμεση συνέπεια να έχει σήμερα απέναντί της ένα μεγάλο κομμάτι της κοινής γνώμης.

Το λεγόμενο νομικό και πολιτικό κεκτημένο της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν εξαρτάται μόνο από την τυπική της κύρωση. Εξαρτάται επίσης από τις τωρινές και αυριανές πολιτικές εξελίξεις στις δύο χώρες. Δεν μπορώ να προεξοφλήσω την ακεραιότητα της εφαρμογής και τη βιωσιμότητα της Συμφωνίας. Αν τελικά κυρωθεί και από τη Βουλή των Ελλήνων, εκτιμώ ότι θα εφαρμοσθεί και από τις δύο χώρες βαριεστημένα, επιλεκτικά και αποσπασματικά. Ορισμένα τετελεσμένα και δρομολογημένα ακολουθούν ήδη τη δική τους πορεία.

Εντούτοις, οι θεμελιώδεις επιπτώσεις της Συμφωνίας των Πρεσπών δεν αφορούν τις σχέσεις μας με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Αφορούν αποκλειστικά την Ελλάδα και τον Ελληνισμό. Μητροπολιτικό και Απόδημο. Ο νέος πολιτικός διχασμός έχει ήδη γίνει. Ως ρεαλιστής γνωρίζω ότι δεν ζούμε στον κόσμο των θαυμάτων. Η ιδανική επιλογή θα ήταν να αναζητήσουμε διέξοδο στο ζήτημα αυτό με μία όσο το δυνατό γίνεται ανώδυνη λύση. Η σημερινή είναι ένας επώδυνος συμβιβασμός. Και για τις δύο χώρες.

Θα χρειασθεί ανθρώπινος, πολιτικός και εθνικός πόνος και αυτογνωσία για να καταφέρουμε να επουλώσουμε τις δικές μας ανοιχτές πληγές. Αυτές που ανοίξαμε. Θα χρειασθεί πολύς χρόνος που ξεπερνά τα χρονικά όρια οποιασδήποτε κυβερνητικής θητείας, σημερινής ή κάποιας άλλης αυριανής, για να «τακτοποιήσουμε» στη συνείδησή μας το Μακεδονικό ζήτημα και τη Συμφωνία των Πρεσπών.

Εύχομαι και ελπίζω να κάνω λάθος.