Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Άμυνα & Διπλωματία«, τεύχος Δεκέμβριος 2017

Ευτυχώς, τη φορά αυτή, το πολιτικό σύστημα αντέδρασε εγκαίρως. Συνειδητοποίησε την ανάγκη να συνεννοηθεί, πριν από την επίσκεψη του Προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Ελλάδα. Οι πολιτικοί μας ταγοί αντελήφθησαν ότι το κλίμα διχασμού και βαθιάς πόλωσης, που επικρατούσε μέσα στην  Βουλή και διαχεόταν συστηματικά  εκτός αυτής, δεν δημιουργούσε τις κατάλληλες συνθήκες, για να παρουσιάσουμε ένα ενιαίο και ενωτικό μέτωπο στις δύσκολες συνομιλίες των Αθηνών.

Την πρωτοβουλία  των κατ’ ιδίαν προσωπικών συναντήσεων για την εμπιστευτική μεν, πλήρη δε, ενημέρωση  ορισμένων πολιτικών αρχηγών πήρε  το Μέγαρο Μαξίμου. Όπως είναι φυσικό, διότι έτσι μας έχουν συνηθίσει, στο κάλεσμά του θετικά ανταποκρίθηκαν  οι ταγοί μας. Κράτησαν  τη μυστικότητα της συνάντησης με τον κύριο Πρωθυπουργό και τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των απορρήτων φακέλων για τις σχέσεις μας με την  Τουρκία και το Κυπριακό. Μελετώντας τα στοιχεία, δεν άργησαν να συνειδητοποιήσουν  την «ποιοτική διαφορά» σε σχέση με το παρελθόν των τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων στον εναέριο και θαλάσσιο χώρο του Αιγαίου.

Έθεσαν ορισμένες ερωτήσεις και έλαβαν πλήρεις απαντήσεις. Συμφώνησαν να αφήσουν κατά μέρος τις διαφωνίες τους για κάποιους κυβερνητικούς χειρισμούς. Οι πολιτικοί μας αρχηγοί συναίνεσαν, χωρίς δισταγμό, να κρατήσουν ενιαία στάση στις συναντήσεις τους με τον Πρόεδρο Ερντογάν. Παρά το γεγονός ότι έχουν συγκεκριμένες  ενστάσεις. Τις κατέθεσαν στον Πρωθυπουργό.

Ο κύριος Πρωθυπουργός ευχαρίστησε τον καθένα χωριστά για την στάση του. Δεσμεύθηκε ότι θα λάβει σοβαρά υπόψη τις προτάσεις των συνομιλητών του όσο και κάποιες τουλάχιστον από τις ενστάσεις τους. «Έχω την αποκλειστική ευθύνη της άσκησης της  κυβερνητικής πολιτικής ,αντιλαμβάνομαι όμως ότι η θέση μου ισχυροποιείται  στις συνομιλίες με τον Ερντογάν, ξέροντας  ότι όλοι με στηρίζετε» πρόσθεσε. «Είναι ύψιστο πατριωτικό μας καθήκον να μιλάμε τακτικά και ειδικά πριν από τέτοιας  σημασίας  επισκέψεις» συμφώνησαν όλοι. Όλοι μαζί και ο καθένας μόνος αναλογίσθηκαν την ευθύνη που τους αναλογεί.

Τότε και μόνο τότε συνειδητοποίησαν ότι, ενώ τακτικά συνεδριάζουν σε  κοινή συνεδρίαση, οι δύο κυβερνήσεις της Ελλάδος και της Τουρκίας, ακόμη και μέσα σε εποχές  μεγάλης έντασης και κλιμάκωσης των ενεργειών μονομερών διεκδικήσεων της Αγκύρας, δεν είχαν ποτέ, εδώ και κάμποσες δεκαετίες, καθίσει να συζητήσουν γύρω από ένα τραπέζι.

Ένας συνταξιούχος πρέσβης, που παρίστατο στη συνάντηση, επιβεβαίωσε πως ποτέ δεν έχει συνεδριάσει σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών  οποιοδήποτε θεσμικό όργανο με αντικείμενο τις σχέσεις μας με την Τουρκία. Για τις θέσεις μας, για το σχέδιό μας, για τη σημασία της συνέχειας στην πολιτική μας, η οποία δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην γνώση. Επίσης. στα παθήματα του παρελθόντος τα οποία πια κανονικά θα έπρεπε να μας γίνουν μαθήματα. Η πολιτική εθνικής ασφάλειας ειδικά σε σχέση με την Τουρκία  δεν μπορεί να είναι άσκηση προσωπικής πολιτικής ή γοητείας  συμφώνησαν .

Λυπούμαι αν,  διαβάζοντας τις γραμμές αυτές, ταξιδέψατε μαζί μου στην «Ελλάδα, χώρα των θαυμάτων». Διπλά λυπούμαι που τα γεγονότα που περιγράφω, δυστυχώς, δεν έγιναν ποτέ.

Και όμως. Ποτέ η βυθισμένη, στη βαθιά κρίση αξιών, Ελλάδα και το πολιτικό μας σύστημα δεν έχει τόσο ανάγκη όσο τώρα αυτό που σε κάθε  άλλη χώρα θα  ήταν  το αυτονόητο. Την πολιτική συνεννόηση. Στα μεγάλα και στα βασικά. Σε αυτά που ορίζουν και καθορίζουν την πορεία και τη διαδρομή ενός έθνους στον 21ο αιώνα.

Επιστροφή στην πραγματικότητα – Δεκέμβριος 2017.

Η έλλειψη θεσμικού αντίβαρου και δημοκρατικού αντίλογου και η  ετοιμότητα  του προέδρου  Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να  κάνει ακόμη και την πιο απρόβλεπτη κίνηση χάριν των προσωπικών του επιδιώξεων επιβάλλουν προσοχή, σύνεση και ετοιμότητα. Ταυτόχρονα, την εξάντληση όλων των διμερών διαύλων επικοινωνίας με την Τουρκία και προσωπικά με τον ίδιο τον Πρόεδρο Ερντογάν. Ο λόγος είναι απλός. Είμαστε υποχρεωμένοι να γνωρίζουμε τι σκέπτεται, ειδικά τη στιγμή αυτή, έστω και αν διαφωνούμε και μας ενοχλούν οι επιλογές του.

Υπό την προϋπόθεση ότι δεν μας επιφυλάσσουν δυσάρεστες εκπλήξεις με λόγια και με έργα –πράγμα όχι εύκολο πάντοτε εκ των προτέρων να εξασφαλισθεί- εκτιμώ ότι είναι χρήσιμη και σκόπιμη η πύκνωση των διμερών επισκέψεων στο υψηλότερο δυνατόν επίπεδο. Ας μην τρέφουμε  όμως ψευδαισθήσεις  για μεταβολή της πολιτικής της Νέας Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και στο Κυπριακό. Τα σχετιζόμενα με την Ελλάδα θέματα, που σταθερά θέτει η Άγκυρα εδώ και χρόνια, αποτελούν τα τελευταίο ή εν πάση περιπτώσει ένα από τα τελευταία ισχυρά «χαρτιά» που θα θελήσει να αξιοποιήσει ο κ. Ερντογάν προσωπικά. Αν πιστέψει ότι θα τον ωφελήσει προσωπικά στην προώθηση των μύχιων επιδιώξεών του.

Είναι, εν τούτοις, προτιμότερο να γνωρίζουμε απευθείας τις ενδόμυχες σκέψεις του Προέδρου της Τουρκίας και όχι μέσω των μέσων ενημέρωσης ή των παραμορφωτικών φακών  «τρίτων». Οι «τρίτοι», κατά κανόνα φίλοι και σύμμαχοι, πρωτίστως ενδιαφέρονται και μεριμνούν για τα δικά τους συμφέροντα. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό.

Το ευρωπαϊκό πλαίσιο υπήρξε το αποκλειστικό θεμέλιο της πολιτικής μας   έναντι της Άγκυρας. Σήμερα, η ευρωπαϊκή  αυτή  διάσταση περιορίζεται και υποχωρεί. Η ένταξη της γειτονικής μας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι ορατή. Θα είναι ιστορικό ατύχημα αν προκριθεί η λεγόμενη  «ειδική σχέση». Η Ελλάδα οφείλει, συνεπώς, να επεξεργασθεί ένα νέο  παράλληλο πλαίσιο  «τρόπου συμβίωσης» με τη Νέα Τουρκία του Προέδρου Ερντογάν. Οι διμερείς όμως διαβουλεύσεις επιβάλλουν και προϋποθέτουν  την αναβάθμιση της αποτρεπτικής μας ισχύος. Με πρώτη προτεραιότητα την «πολιτική συνεννόηση».

Γνωρίζω ότι ακούγεται ρομαντικό. Ίσως και ουτοπικό, αν λάβει κανείς υπόψη του το αχρείαστο και άκαιρο κλίμα πόλωσης που υπάρχει στην  Αθήνα. Ένα είναι βέβαιο. Μετά εννιά χρόνια κρίσης βυθιζόμαστε περισσότερο βαθιά στην αξιακή παρακμή. Δεν μάθαμε το μάθημά μας. Η οικονομική κρίση δεν ήλθε νομοτελειακά. Είναι αποτέλεσμα μίας βαθύτερης και γενικευμένης κρίσης που περνάμε σαν χώρα. Ευθύνη έχουμε όλοι. Σε διαφορετικό όμως βαθμό.

Η εθνική ισχύς, σύμφωνα με τον καθηγητή (πρώην πρωθυπουργό της Τουρκίας) Αχμέτ Νταβούτογλου,  προσδιορίζεται  από  το  μαθηματικό τύπο Ι = (Σδ+δδ) Χ (ΣΝ Χ ΣΣ Χ ΠΒ) όπου Σδ: Σταθερά δεδομένα (Ιστορία, Γεωγραφία, πληθυσμός και πολιτισμός),δδ: δυναμικά δεδομένα (οικονομία, Στρατιωτική ισχύς, τεχνολογική ικανότητα), ΣΝ: Στρατηγική  Νοοτροπία, ΣΣ:  Στρατηγικός  Σχεδιασμός και ΠΒ: Πολιτική Βούληση. Προκύπτει, συνεπώς, ότι η Στρατηγική Νοοτροπία, ο Στρατηγικός Σχεδιασμός και η Πολιτική Βούληση λειτουργούν ως πολλαπλασιαστές  ισχύος,  η  οποία  διαμορφώνεται  από  το άθροισμα των σταθερών και δυναμικών δεδομένων.

Η Ελλάδα, εδώ και εννιά χρόνια, βρίσκεται στη δίνη της  βαθύτερης  κρίσης αξιών, πολιτικής, πολιτικών και οικονομίας. Ήλθε η στιγμή να δράσουμε ως άτομα και να απαιτήσουμε ως πολίτες τη αναθεώρηση-αναβάθμιση αυτών των συντελεστών στην προσπάθεια ενίσχυσης και αναβάθμισης της απαραίτητης και αναγκαίας αποτρεπτικής μας ισχύος απέναντι στην τουρκική απειλή.

Δυστυχώς, η -σύμμαχος στο ΝΑΤΟ- Τουρκία δείχνει καθημερινά το πώς αντιλαμβάνεται τις συμπεριφορές καλής γειτονίας. Λαμβάνει πολύ σοβαρά μόνο το ενδεχόμενο πραγματικής και όχι λεκτικής αντίδρασης στις προκλήσεις της. Ιστορικά παραδείγματα υπάρχουν πολλά.  Προβαίνει  σε  προκλήσεις  μόνο  όταν  και όπου δεν αισθάνεται σοβαρή απειλή ανταπόδοσης. Ως πρόσφατο  παράδειγμα  αναφέρουμε  την  υποχρέωση της Άγκυρας σε αναδίπλωση εν συνεχεία των αυστηρών προειδοποιήσεων του πρωθυπουργού του Ιράκ για τις επιπτώσεις τυχόν στρατιωτικής  επέμβασής της στη μάχη της Μοσούλης. Παρά το γεγονός ότι εκπροσωπεί ένα κράτος όπου, αν μη τι άλλο, αναπτύσσονται σοβαρές φυγόκεντρες δυνάμεις, οι δηλώσεις του Ιρακινού πρωθυπουργού περιείχαν τα στοιχεία της ετοιμότητας, των δυνατοτήτων και της αποφασιστικότητας (πολιτική βούληση).

Νομίζω ότι θα ήταν άδικο αν δεν σημείωνα ότι οι συνεχείς αυστηρές προειδοποιήσεις του Προέδρου της Δημοκρατίας  δείχνουν αποφασιστικότητα.  Στο Τουρκο-Ελληνικό στρατιωτικό και διπλωματικό «παίγνιο» έχουμε δύο παίκτες. Ο ένας παίκτης, η Τουρκία, μόνιμα απειλεί έχοντας μάλιστα κλιμακώσει και γενικεύσει επιχειρησιακά τις νομικές του αμφισβητήσεις και τις πολιτικές του διεκδικήσεις, παραβιάζοντας καθημερινά το Άρθρο 2 παράγραφος 3 του Χάρτου των Ηνωμένων Εθνών. Ο άλλος παίκτης, η Ελλάδα, απειλείται. Γνωρίζει ότι το Άρθρο 51 του Χάρτου της παρέχει  το φυσικό δικαίωμα της αυτοάμυνας , το οποίο όμως, κατά τη ρητή πρόνοια του Χάρτου, δεν εμποδίζει (δεν επηρεάζει) το Συμβούλιο Ασφαλείας  του ΟΗΕ να λάβει τα, κατά την κρίση του, αναγκαία μέτρα για τη διατήρηση ή αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας.

Η αρχή της αναλογίας και της αναλογικότητας, την οποία επικαλείται και εφαρμόζει ο απειλούμενος, η Ελλάδα δηλαδή, δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως ικανή συνθήκη ισχύος. Ισχυριζόμαστε, όμως, ότι απορρέει από το διεθνές δίκαιο και επιλέγεται στο πλαίσιο εξασφάλισης της απαιτούμενης «εξωτερικής νομιμοποίησης» της επιλεγόμενης αντίδρασης. Όσο μεγαλύτερη είναι η απειλή της απρόβλεπτης και αποφασιστικής «ανταποδοτικής αποτροπής», τόσο ισχυρότερη είναι η αξιοπιστία ενός αμυντικού σχεδιασμού.

Οι προς τούτο αναγκαίες προϋποθέσεις είναι:

  1. Πρέπει να ανταποκρίνεται στις πραγματικές και όχι σε εικαζόμενες επιχειρησιακές δυνατότητες . Δηλαδή χρειάζεται να κυριαρχεί η «αίσθηση του μέτρου».
  1. Θεμέλιό του όμως δεν μπορεί να είναι μόνο ο στρατιωτικός βραχίονας.
  1. Απαιτείται η εθνική συνεννόηση, η γνώση και η συνέχεια. Κυρίως, όμως, αντιστοιχία πολιτικής αποφασιστικότητας, σωφροσύνης και αυτοπεποίθησης με την στρατιωτική ισχύ. Με άλλα λόγια, ο στρατιωτικός βραχίονας πρέπει να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την ύπαρξη ισχυρής πολιτικής βούλησης. Ορθότερα, η πολιτική βούληση πρέπει να προϋπάρχει. Να είναι δεδομένη.

Η αλλαγή στάσης σε ό,τι αφορά στην απαραίτητη επίδειξη πολιτικής βούλησης υποστήριξης των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με αποφασιστικότητα και σύνεση προϋποθέτει:

  1. Ένα συντονισμένο σχέδιο εθνικής (της Βουλής των Ελλήνων συμπεριλαμβανομένης) και όχι μόνο κυβερνητικής δράσης, με στόχο την ανάδειξη της τουρκικής επιθετικότητας σε όλους τους διεθνείς οργανισμούς. Επίσης, την ταυτόχρονη ενημέρωσή τους πως η χώρα μας έχει τη βούληση και τη δυνατότητα να υπερασπιστεί με αποφασιστικότητα τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Η δράση αυτή, πέρα των άλλων, θα δώσει και θα κατοχυρώσει το μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση πως η Ελλάδα προετοιμάζει το έδαφος για την εξασφάλιση και της εξωτερικής νομιμοποίησης για ενέργειες υποστήριξης των εθνικών της συμφερόντων. Ως ύστατο μέσο, αν και εφόσον απαιτηθεί. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
  1. Ταυτόχρονα όμως με την «εξωτερική νομιμοποίηση» πρέπει να εξασφαλιστεί και η αντίστοιχη εσωτερική που σημαίνει αποδοχή και εξασφάλιση υποστήριξης, εν μέσω της βαθιάς οικονομικής και αξιακής κρίσης, από τον λαό. Η προσπάθεια αυτή δεν γίνεται μέσω της προβολής της εικόνας της «στολής παραλλαγής». Γίνεται με τη δημιουργία πολιτικών και κοινωνικών προτύπων. Η «εξοικείωσή» μας, εδώ και δεκαετίες, με τις καθημερινές τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο έχει δημιουργήσει μια αντίληψη πως δεν πρόκειται να υπάρξει το «επόμενο βήμα». Επιπλέον, η καθημερινή, με δυσμενέστερους και επαχθείς όρους, απορρόφησή μας στη μάχη για την καθημερινότητα έχει επίσης αντίρροπες και ανασταλτικές επιπτώσεις σε αυτό που αποκαλείται «ψυχολογία της ετοιμότητας».
  1. Η οικονομική κρίση δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για ολιγωρίες και παραλείψεις, σε ό,τι αφορά στην εξασφάλιση της απαιτούμενης εθνικής ισχύος για την υποστήριξη των συμφερόντων μας. Αυτό είναι δική μας δουλειά και όχι των εταίρων και συμμάχων μας. Απαιτεί εθνική συνεννόηση και συμφωνία, με τη σοβαρότητα που επιβάλλουν οι καταστάσεις, μακριά από κομματικές και πολιτικές σκοπιμότητες.

Δυστυχώς, η εικόνα που συνεχίζει να εκπέμπει  συνολικά το πολιτικό μας σύστημα, ακόμη και στα  ζητήματα πού αφορούν τη εθνική άμυνα, ενισχύει την αίσθηση και την εντύπωση -για να μην πω την βεβαιότητα πλέον- ότι η αναζήτηση πολιτικής συνεννόησης ως παράγοντα   αποτροπής και ισχύος δεν βρίσκεται πλέον στην σφαίρα  του εφικτού. Δεν είμαι δε βέβαιος -δυστυχώς με οδύνη το βλέπω – ότι δεν υπάρχει πλέον ούτε στην σφαίρα του επιθυμητού.