Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Άμυνα & Διπλωματία«, τεύχος Ιούλιος-Αύγουστος 2017

Δύσκολα μπορεί να ενταχθώ στην κατηγορία των αποστασιοποιημένων παρατηρητών. Ειδικά στο θέμα των σχέσεων μας με την πΓΔΜ. Ασχολούμαι, συνεχώς και συστηματικά, 25 χρόνια, ένα τέταρτο του αιώνα δηλαδή.

Ως διπλωμάτης είχα την τύχη και την ευκαιρία να ασχοληθώ από θέσεις ευθύνης. Σαν πρώτος σύμβουλος για πολιτικές υποθέσεις στην αντιπροσωπεία μας στον ΟΗΕ, στην αρχή της δεκαετίας του ’90, όταν το ζήτημα της ένταξης της γειτονικής μας χώρας ήρθε στο προσκήνιο τον Δεκέμβριο του 1992. Ήταν μια επική διπλωματική προσπάθεια που στέφθηκε με επιτυχία. Νομίζω ότι η επιστροφή του ζητήματος του ονόματος στην επικαιρότητα επιβάλλει να ανατρέξουμε στα θεμελιώδη κείμενα του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών του 1993 στις αποφάσεις δηλαδή 817 και 845, καθώς και στην δήλωση του προέδρου του Σ.Α. της 7ης Απριλίου 1993.

Το αποτέλεσμα -για πρώτη φορά στην ιστορία του ΟΗΕ- ήταν ότι μια υποψήφια για ένταξη χώρα έγινε μέλος με διαφορετική από την επίσημη ονομασία που έχει. Αυτή είναι μία πολύ συνοπτική αναφορά στη συστηματική, επική διπλωματική εκστρατεία του τότε πρωθυπουργού  Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, του συνετού και βαθύ γνώστη των Βαλκανίων και της ιστορίας (τότε υπουργού Εξωτερικών) Μιχάλη Παπακωνσταντίνου και του δεινού διαπραγματευτή πρέσβη Γεωργίου Παπούλια.

Με απορία διαπίστωσα ότι, ενώ τόσα θετικά γράφτηκαν τώρα που έκλεισε ο κύκλος της ζωής του αείμνηστου Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, δυσανάλογα λίγα γράφτηκαν για την μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής του που ήταν, ακριβώς, η εξεύρεση συμβιβαστικής λύσης για την ένταξη της χώρας με την προσωρινή ονομασία «πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της  Μακεδονίας» (the former Yugoslav Republic of Macedonia).

  • Κρίσιμη παράγραφος

Θα ήταν όμως λάθος να περιοριστούμε μόνο στο θέμα της ονομασίας. Ουσιώδης και κρίσιμη είναι και η τρίτη παράγραφος του σκεπτικού της γνωστής μας απόφασης 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας (7 Απριλίου 1993). Το υπενθυμίζω :  «…η διαφορά, που έχει προκύψει για το όνομα του αιτούμενου (την ένταξη στον ΟΗΕ) κράτους, πρέπει να επιλυθεί προς το συμφέρον της διατήρησης ειρηνικών σχέσεων και σχέσεων καλής γειτονίας στην περιοχή».  Οι όροι «σχέσεις καλής γειτονίας» και «διατήρηση της ειρήνης» έχουν βαρύνουσα και ειδική σημασία στην Χάρτα των Ηνωμένων Εθνών. Αποτελούν δε την κατεξοχήν νομιμοποιητική θεμελίωση της διεθνούς διάστασης –της διεθνοποίησης δηλαδή– ενός ζητήματος το οποίο εις μάτην οι διαδοχικές κυβερνήσεις των Σκοπίων θεωρούσαν  ως αποκλειστικά διμερές.

Εξίσου σημαντική αν και λιγότερο γνωστή –με απογοήτευση είχα διαπιστώσει ότι η ελληνική πλευρά δεν την είχε θέσει υπόψη του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης κατά την εκδίκαση της προσφυγής της πΓΔΜ  το 2011– ήταν και η δήλωση του προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξ ονόματος των μελών του, στις 7 Απριλίου 1993, αμέσως μετά την υιοθέτηση της απόφασης 817. Ειδικότερα: το Συμβούλιο Ασφαλείας διατυπώνει την ελπίδα ότι οι δυο πλευρές (Ελλάδα και πΓΔΜ) αλλά και όλοι οι λοιποί ενδιαφερόμενοι «θα αποφύγουν να κάνουν κινήσεις που θα καταστήσουν την επίλυση της διαφοράς δυσκολότερη και ότι οι δυο πλευρές θα αποδεχτούν και θα εφαρμόσουν το αποτέλεσμα. Μια αμοιβαίως αποδεκτή λύση, στα ζητήματα αυτά, θα αποτελούσε μια μείζονα συμβολή στη διατήρηση σχέσεων ειρήνης και καλής γειτονίας στην περιοχή». Για την ιστορία, σημειώνω ότι την φράση «αμοιβαίως αποδεκτή λύση» μετά βδελυγμίας απέρριπταν τα Σκόπια ως ρήτρα ή όρο για την αναζήτηση λύσης στο θέμα του ονόματος.

  • Οι συνομιλίες

Από τις 8 Απριλίου μέχρι και τις 10 Μαΐου 1993 διεξήχθησαν συνεχείς συνομιλίες στην έδρα του ΟΗΕ, στη Νέα Υόρκη, είτε υπό την αιγίδα των μεσολαβητών λόρδου Ντέιβιντ Όουεν και του αποβιώσαντος, εδώ και χρόνια, Σάιρους Βανς είτε απευθείας με την επιβαλλόμενη διακριτικότητα. Κάθε πλευρά υπεστήριζε και προωθούσε, με επιχειρήματα, τις θέσεις της. Υπήρχε εντούτοις ένα θετικό κλίμα και η πεποίθηση ότι μπορούσαμε να πάμε γρήγορα σε μια συνολική λύση. Υπήρχε και στις δυο πλευρές. Θυμίζω ότι ο πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ, το Μάρτιο 1993, υπεραμυνόμενος ενώπιον της Βουλής των Σκοπίων της χρησιμότητας ένταξης στον ΟΗΕ με την προσωρινή ονομασία που προέβλεπε η Απόφαση 817 του Συμβουλίου Ασφαλείας, εξηγούσε ότι πρόκειται για ένα όνομα που θα διαρκέσει έναν, το πολύ δύο μήνες… Έχει ήδη κρατήσει 24 χρόνια παρά τον μεγάλο αριθμό διμερών αναγνωρίσεων με τη συνταγματική ονομασία.

Στις 14 Μαΐου 1993, οι Βανς–Όουεν έδωσαν στην αντιπροσωπεία της πΓΔΜ και σε εμάς το Σχέδιο Συνθήκης  που περιείχε την ονομασία Nova Makedonija, άκλιτη και στην κυριλλική. Η δική μας προτίμηση ήταν εξ αρχής μια μονολεκτική ονομασία «τύπου Belarus». Μέχρι και την τελευταία στιγμή, προσπαθήσαμε να προτείνουμε την αντικατάσταση της Nova Makedonija με Novomakedonija. Το σχέδιο Βανς-Όουεν είχε σειρά ικανοποιητικών προνοιών για την Ελλάδα. Είχε όμως και κάποιες αδυναμίες. Θυμίζω, επίσης, ότι η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη είχε οριακή κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Στην πραγματικότητα, πέραν της ρήξης με τον πρώην υπουργό Εξωτερικών Αντώνη Σαμαρά, υπήρχε μια τριμελής ομάδα επιφανών κοινοβουλευτικών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας, η οποία είχε καταστήσει σαφές στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη ότι δεν μπορούσε να δεχθεί τη συμβιβαστική αυτή ονομασία. Συνεπώς, οποιαδήποτε απόφαση  ή προσπάθειά του θα οδηγούσε, μαθηματικά, στην απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και στην πτώση της κυβέρνησης, πριν καν έλθει, προς συζήτηση, ενώπιον της Βουλής το σχέδιο της Συνθήκης. Ούτως ή άλλως η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ανετράπη, εκ των έσω, λίγους μήνες μετά. Το ζήτημα του ονόματος της πΓΔΜ προεβλήθη ως ο βασικός λόγος της ανατροπής.

Η Ελλάδα με γραπτή επιστολή του διαπραγματευτή πρέσβη Γεωργίου Παπούλια είχε καταγράψει τις ενστάσεις και προτάσεις της επί του Σχεδίου Βανς-Όουεν. Το ίδιο έπραξε και ο Κίρο Γκλιγκόροφ. Για την ιστορία και τους συνειδητά επιλήσμονες πολιτικούς, διπλωμάτες , δημοσιογράφους, πανεπιστημιακούς κλπ  θυμίζω ότι στην πραγματικότητα οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις ουδέποτε θεώρησαν ότι δεσμεύονται από την λεγόμενη Απόφαση των πολιτικών αρχηγών του 1992.

Ήδη η ελληνική αντιπρόταση στην εξαίρετη ονομασία Nova Makedonija ήταν, το Μάιο του 1993, η ονομασία «Slavomakedonija». Δόκιμος μεν όρος για τον προσδιορισμό της σλαβικής εθνότητας, ταυτότητας και γλώσσας, που είχε όμως το μεγάλο μειονέκτημα να μη λαμβάνει υπόψη την αλβανική εθνότητα. Εντούτοις, περιείχε ήδη από τότε τον όρο Makedonija.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας αφού έλαβε υπόψη του το Σχέδιο Βανς – Όουεν και τις επ’ αυτού παρατηρήσεις των δυο πλευρών υιοθέτησε στις 18 Ιουνίου 1993 την σημαντική πράγματι Απόφαση 845.

  • Το πλεονέκτημα της Απόφασης 845

Αποτελεί πεποίθησή μου ότι η Ελλάδα έχει κάθε λόγο και συμφέρον να διεκδικήσει τη λύση του προβλήματος του ονόματος στο πλαίσιο των οριζομένων από την Απόφαση 845. Ειδικά μετά την ασύμφορη, για την πλευρά μας, ερμηνεία των θεμελιωδών διατάξεων της ενδιάμεσης Συμφωνίας από την Απόφαση-κόλαφο του Διεθνούς Δικαστηρίου Δικαιοσύνης της Χάγης της 5ης Δεκεμβρίου 2011.

Θυμίζω λοιπόν ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, στην πρώτη παράγραφο του Διατακτικού της 845, «εκφράζει την εκτίμησή του προς τους Συμπροέδρους (Σάιρους Βανς και Ντέιβιντ Όουεν) για τις προσπάθειές τους και συνιστά (commends) στα δύο μέρη, ως μια στέρεη βάση για τη διευθέτηση των διαφορών τους, το Σχέδιο…». Η λέξη commends ερμηνεύεται, επίσης, ως «επίσημη πρόταση για αποδοχή», ενώ στο κείμενο της Απόφασης είναι υπογραμμισμένη. Επαναλαμβάνω ότι αφορά μεταξύ άλλων στην αποδοχή της πρότασης της σύνθετης ονομασίας «Nova Makedonija».

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ περιβάλλεται με ειδικές αποφασιστικές αρμοδιότητες. Οι αποφάσεις του λαμβάνονται εκ μέρους του συνόλου των μελών των Ηνωμένων Εθνών και όχι μόνο εκ μέρους των δεκαπέντε μελών του.  Κατά το άρθρο 24 του Χάρτου ειδικότερα, «…τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών μεταφέρουν στο Συμβούλιο Ασφαλείας την πρωταρχική ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και συμφωνούν ότι, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του με την ευθύνη αυτή, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενεργεί εκ μέρους τους».

  • Τα λάθη και η ευθύνη

Διευκρίνισα εξαρχής ότι δεν ανήκω στην κατηγορία των αποστασιοποιημένων παρατηρητών ή σχολιαστών. Δεν ανήκω, επίσης, ούτε στην -ανεξάντλητη στη Ελλάδα- δεξαμενή των αλάνθαστων διπλωματών, πολιτικών, δημοσιογράφων και πανεπιστημιακών. Ανήκω στην ολιγομελή ομάδα των διπλωματών  που χειρίστηκαν,  από καίριες θέσεις και υπό τιμητικές ιδιότητες, τις σχέσεις μας με την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας από το 1992 μέχρι πρόσφατα, αναλαμβάνοντας κατά κανόνα τις ευθύνες που μου αναλογούν.

Ας έχουμε το θάρρος να ομολογήσουμε. Έχουμε κάνει  και εμείς λάθη. Πολιτικοί, διπλωμάτες, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί. Ναι έχουμε κάνει λάθη στις  εκτιμήσεις, στην ανάλυση  και στην πολιτική που έχουμε, κατά καιρούς, ακολουθήσει έναντι της πΓΔΜ.

Όμως η αναγκαία  ανάληψη ευθύνης και η αναπόφευκτη αναγνώριση των δικών μας λαθών δεν μπορεί να είναι το αποκλειστικό  συστατικό της «πολιτικο-διπλωματικής κάθαρσης». Η ιστορία δεν επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα. Είναι αλήθεια ότι, από το 1991, πολλές φορές  προτιμήσαμε το δένδρο από το δασός. Δεν είμαστε όμως  οι μόνοι. Αυτή ακριβώς –τα δένδρα αντί του δάσους- ήταν τότε η  πιεστική επιλογή πολιτικής  των εταίρων μας προεξάρχουσας  της  (ενωμένης  πλέον και με ηγεμονική στην Ευρώπη θέση) Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην οποία προσχώρησαν  και άλλοι. Ούτε οι εκλιπόντες Χανς Ντίτριχ Γκένσερ και (ο αληθινός  ευρωπαίος ηγέτης)  Χέλμουτ Κολ έλαβαν υπόψη τις προφητικές προειδοποιήσεις  του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Χαβιέ Περέζ ντε Κουεγιάρ. Σε μια ιστορική επιστολή του προς τον κύριο Γκένσερ, με ημερομηνία 14 Δεκεμβρίου 1991, ο γ.γ. του ΟΗΕ εξέφραζε τη θέση του  κατά της  επιλεκτικής αναγνώρισης των πρώην Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών. Διετύπωσε, συγκεκριμένα, την ανησυχία του (concern) για την «πρόωρη, επιλεκτική και ασυντόνιστη αναγνώριση συγκεκριμένων Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών». Μάλιστα, την εποχή εκείνη, τόσο ο ιστορικός ηγέτης και πρόεδρος της Βοσνίας Ερζεγοβίνης Αλί Ιζετμπέκοβιτς, όσο και ο πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ, είχαν ζωηρά ανησυχήσει από την βούληση της Γερμανίας να σπεύσει να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία της Κροατίας και της Σλοβενίας.

Η Γερμανία  αποφάσισε να αναγνωρίσει την Κροατία και τη Σλοβενία. Εμείς ρίξαμε όλο το βάρος στη πΓΔΜ. Υπήρξε μια αναγκαστική συναίνεση στην αρχή και υιοθέτηση των κοινών συμπερασμάτων (αποφάσεων) στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δέκα μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης  του Μάαστριχτ. Εν συνεχεία, στη διπλωματική αυτή μάχη, χάσαμε σταδιακά συμμάχους και κατανόηση.

Από το 1991 μέχρι σήμερα η Ελλάδα έχει αναλώσει –άλλοι προκρίνουν  τον όρο «σπαταλήσει»-  τεράστιο πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο. Σε διάφορες φάσεις, συγκρουσθήκαμε με τους εταίρους και τους συμμάχους μας. Παραπεμφθήκαμε στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1994). Ήλθαμε σε σύγκρουση με τις ΗΠΑ (2008).Υπέστημεν διπλωματική ήττα-κόλαφο στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (2011). Στο εσωτερικό, είχαμε την οδυνηρή σύγκρουση μεταξύ Πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών (1992),  δύο παράλληλες πολιτικο-διπλωματικές γραμμές και την ανατροπή της κυβέρνησης (Νέας Δημοκρατίας) του πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Επίσης, την επέκταση και διεύρυνση της διαχωριστικής γραμμής (πέραν, δηλαδή, του Κυπριακού και των Ελληνοτουρκικών) μεταξύ ενδοτικών και ανένδοτων, εθνικιστών και μειοδοτών και στο ζήτημα του Ονόματος. Ο υπογράφων δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Το Μάρτιο του 1996, ενώ ήδη ήμουν Επικεφαλής της Διπλωματικής Αποστολής μας στα Σκόπια, είχα την τιμητική μου σε γνωστή και ευρείας τότε κυκλοφορίας εφημερίδα των Αθηνών με ολοσέλιδο τίτλο «Εθνική Προδοσία». Γιατί; Επειδή είχα εισηγηθεί ότι η γραμμή μας έναντι των Σκοπίων θα πρέπει να είναι ότι «η πλήρης εξομάλυνση των σχέσεων μας προϋποθέτει την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας στη βάση μιας αμοιβαία αποδεκτής λύσης». Ουδόλως είναι παράδοξο ότι σταθερά έκτοτε όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, αλλά, επίσης, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ έχουν υιοθετήσει την φράση αυτή, η οποία εδράζεται στη Δήλωση του προέδρου του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 7 Απριλίου 1993. Μάλιστα είχα κορνιζάρει το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας και κοσμούσε έκτοτε το γραφείο μου…

Είχαμε όμως και καλές στιγμές. Να θυμίσω μερικές πέραν δηλαδή του μοναδικού διπλωματικού  επιτεύγματος της ένταξη της «Δημοκρατίας της Μακεδονίας» στον ΟΗΕ με την προσωρινή ονομασία πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας. Η αποκατάσταση αρχικά λειτουργικών, πολυδιάστατων, με βάθος στη  συνέχεια, σχέσεων μετά  την υπογραφή της Ενδιάμεσης Συμφωνίας (Σεπτέμβριος 1995). Η υποδειγματική διπλωματική κινητοποίηση της Ελλάδος – κυβέρνησης και αντιπολίτευσης- στην εθνοτική κρίση του 2001. Η Συνάντηση Κορυφής της Θεσσαλονίκης (2003) και η προηγηθείσα προσέγγιση επί κυβερνήσεων Κώστα Σημίτη και Λιούπτσο Γκεοργκιέφσκι (2001) στη λύση της σύνθετης ονομασίας με γεωγραφικό προσδιορισμό.

  • Η αμερικανική αναγνώριση

Η αμερικανική αναγνώριση (Νοέμβριος 2004) της συνταγματικής ονομασίας, ενώ η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή επεδίωκε επιτάχυνση των συνομιλιών  στον ΟΗΕ  για λύση, άλλαξε ριζικά, εις βάρος της Ελλάδος, τους κανόνες του διπλωματικού στίβου. Κλόνισε, επίσης, την εμπιστοσύνη μεταξύ δυο συμμάχων στο ΝΑΤΟ, αφαιρώντας από τη σλαβομακεδονική ηγεσία κίνητρα για συμβιβασμό. Η αμερικανική αναγνώριση  μετέβαλε αποφασιστικά, σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων, τους όρους διαπραγμάτευσης για το όνομα.

Για πρώτη φορά, μετά από δεκαετίες, το έγγραφο, που επέδωσε στον πρέσβη Τομ Μίλερ ο υπουργός Εξωτερικών Πέτρος Μολυβιάτης στις 4 Νοέμβριου 2004, περιείχε τον όρο «διαμαρτυρία» (protest).

Ενθυμούμαι μια συνάντησή μου με αξιωματούχο της πΓΔΜ στις αρχές του 2005. Μου είπε ότι είναι αδύνατον πλέον για την κυβέρνησή του να κάνει υποχωρήσεις στο ζήτημα της ονομασίας «προκειμένου να ικανοποιήσει την Ελλάδα, διότι κανείς πολίτης δεν θα κατανοήσει την ανάγκη παραχωρήσεων έναντι της Ελλάδος τη στιγμή που μας υποστηρίζει η αμερικανική υπερδύναμη». Το σκεπτικό αυτό -ακόμη και σήμερα- υπάρχει έντονα στη σλαβομακεδονική ελίτ στην πΓΔΜ. Έκτοτε, παρά συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που κατά καιρούς ανελήφθησαν, οι διμερείς σχέσεις μας με τα Σκόπια έχασαν τον βηματισμό τους. Ο  πρώην πρωθυπουργός κύριος Νίκολα Γκρουέφσκι και αρκετοί υπουργοί στη σημερινή, διαφορετικού χαρακτήρα υποτίθεται, κυβέρνηση  των Σκοπιών είναι συνέπεια της αλαζονείας αυτής. Να ξεκαθαρίσουμε ότι μπορεί μεν να έχουν μια πιο εκλεπτυσμένη και σύγχρονη στάση έναντι της Ελλάδος, αλλά ουδόλως αποκλίνουν τον θεμελιωδών θέσεων που υιοθέτησε και προώθησε και η κυβέρνηση του VMRO, του πρωθυπουργού Νίκολα Γκρουέφσκι, στο ζήτημα της ονομασίας.

  • Το κεκτημένο του Βουκουρεστίου

Η ομόφωνη Απόφαση του ΝΑΤΟ (Βουκουρέστι, Απρίλιος 2008), ήταν μια καθοριστική απόφαση της κυβέρνησης του Κώστα Καραμανλή, ορόσημο της επίδειξης δόγματος ισχύος  της Ελλάδος. Συνοψίζει   θάρρος και στρατηγική. Πάνω απ’ όλα όμως πίστη  και προσήλωση στο στόχο. Το κεκτημένο του Βουκουρεστίου είναι πολύτιμο. Αποτελεί το  μόνο  κίνητρο, για να επανέλθει η πΓΔΜ στην  τράπεζα των ουσιαστικών διαπραγματεύσεων. Η,  αμοιβαίως αποδεκτή με την Ελλάδα, λύση στο θέμα του ονόματος –όχι οποιοδήποτε όνομα επιλογής των Σκοπίων -είναι  όρος ένταξής της  στο ΝΑΤΟ. Παρά την οδυνηρή καταδίκη μας  στην Χάγη, είναι  σαφές ότι το δεδικασμένο του ΝΑΤΟ  έχει παρακάμψει την Ενδιάμεση  Συμφωνία.

Πράγματι,  η ομόφωνη  Απόφαση  της Συνάντησης Κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, στις 3 Απριλίου 2008, ορίζει ότι «η προηγούμενη επίλυση του ζητήματος της  ονομασίας» και, συνεπώς, όχι  όνομα επιλογής της γείτονος, της ονομασίας the former Yugoslav Republic of Macedonia συμπεριλαμβανομένης, είναι η προϋπόθεση για την πρόσκληση ένταξης.

Ήμουν τότε πρέσβης στην Ουάσιγκτον. Με είχε εξοργίσει το γεγονός ότι, μέχρι τον Απρίλιο του 2008, όσοι ανέλυαν τον τρόπο δράσης  της Ελλάδος, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, με δηλώσεις και επικοινωνιακούς χειρισμούς για εσωτερική κυρίως κατανάλωση, έβαζε τον πήχη ψηλά. Στη συνέχεια, κατά κανόνα, περνούσε από κάτω,  βαπτίζοντας την «αβλαβή διέλευση» σαν διπλωματική επιτυχία.

Η Απόφαση της Συνάντησης Κορυφής του ΝΑΤΟ  του Βουκουρεστίου, είχε, αναμφίβολα, τίμημα. Δεν ήταν αβλαβής. Όπως άλλωστε όλες οι κρίσιμες και δύσκολες αποφάσεις που έχουν καταγραφεί στη ιστορία. Είχε προηγηθεί μια έντονη διπλωματική εκστρατεία στην Ουάσιγκτον με κύριο στόχο μας το Κογκρέσο. Η υπουργός Εξωτερικών Ντόρα Μπακογιάννη πρέπει να ήλθε, τουλάχιστον, δώδεκα φορές. Παρά την καλή προσωπική επαφή που είχε με την Administration και την υπουργό Εξωτερικών, Κοντολίζα Ράις, υπήρξαν δύσκολες στιγμές. Η ελληνική θέση όμως προβαλλόταν με αποφασιστικότητα και σταθερότητα.

Θυμάμαι  τις αντιδράσεις  της Κοντολίζα Ράις, στις ξεχωριστές εκείνες στιγμές του Φεβρουαρίου 2008, στην  επιμονή και παράθεση των ελληνικών θέσεων από την Ντόρα Μπακογιάννη. Αναφέρει μεν κάποια πράγματα στο βιβλίο της, παραλείπει όμως  τα ουσιώδη. Τις περίφημες  «προειδοποιήσεις» της, το Σάββατο 31 Μαρτίου 2008, στο «τηλεφώνημα της Λιουμπλιάνας». Είχε έναν απειλητικό τόνο και συνοδευόταν με την επωδό «θα απομονωθείτε στο Βουκουρέστι». Λίγες ώρες μετά το τηλεφώνημα, η  αμερικανική πλευρά διέδωσε  ότι η Ελληνίδα υπουργός Εξωτερικών «ύψωσε τον τόνο της φωνής της» στην Ράις. Λίγους μήνες αργότερα, λίγο πριν την νίκη του Μπαράκ Ομπάμα τον Νοέμβριο 2008, η αμερικανική πλευρά θυμήθηκε και τον τόνο διαμαρτυρίας του πρέσβη προς τον πρόεδρο Τζόρτζ Μπους.

Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ  Γιώργος Παπανδρέου, αν θυμάμαι καλά, ορθά  είχε χαρακτηρίσει, από βήματος της Βουλής, το Βουκουρέστι ως «αμυντική πράξη». Ήταν μια στρατηγική ανάκτησης του ειδικού βάρους της Ελλάδος τόσο έναντι των Σκοπίων, όσο και εντός της Συμμαχίας. Με γνώση και στάθμιση των κινδύνων και των επιπτώσεων για τους πρωταγωνιστές πολιτικούς (αναφέρομαι στον Κώστα Καραμανλή και στην Ντόρα Μπακογιάννη) και κάποιους  διπλωμάτες…

Υπενθυμίζω όμως ότι, το Σεπτέμβριο του 2007, η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή μετέβαλε, με πολιτικό θάρρος,  την  -από υιοθέτησής της παραγκωνισμένη- θέση των πολιτικών  αρχηγών του Απριλίου 1992. Στην πραγματικότητα, επισημοποίησε τη θέση που οι ελληνικές κυβερνήσεις, από το 1993 και μετά, είχαν στις συνομιλίες για το όνομα. Η κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, προβάλλοντας τη θέση «σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό, έναντι όλων». Η γραμμή αυτή συνιστά, αναμφίβολα, μεταβολή σε σχέση με το 1992. Αποτελεί έκτοτε -και σήμερα- τον ιστορικό συμβιβασμό της Ελλάδος. Πώς απάντησαν τα Σκόπια; Η πΓΔΜ  απέρριψε το συμβιβασμό. Στραφήκαν στην προκλητικότητα και στον  Μεγαλέξανδρο. Άλλαζαν ονόματα στους δρόμους και στα αεροδρόμια. Αυτά προηγήθηκαν, δεν έπονται του Βουκουρεστίου. Άρα;

Στη συνέχεια, ο Γιώργος Παπανδρέου ως πρωθυπουργός, από τον Οκτώβριο του 2009 μέχρι  τον Ιούλιο του 2011, συναντήθηκε δέκα  φορές με τον Νίκολα  Γκρουέφσκι, προωθώντας τη βελτίωση της ατμόσφαιρας, οικοδόμηση  εμπιστοσύνης  και αναζήτηση  λύσης στο πρόβλημα της ονομασίας. Την κυβερνητική αλλαγή στην Ελλάδα, οι ΗΠΑ και άλλοι χαρακτήριζαν ως «ένα παράθυρο ευκαιρίας», θεωρώντας μάλιστα την κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή ως σκληρή και ανελαστική. Την πολιτική αυτή, σκόπιμα, υπονόμευσε, το καλοκαίρι του 2011, η απόφαση του Νίκολα  Γκρουέφσκι, με γενική επιδοκιμασία στα Σκόπια, να  κλιμακώσει την πολιτική της «αρχαιοποίησης» με αγάλματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η πΓΔΜ επεδίωκε και εξακολουθεί να επιδιώκει ως «λύση» μόνο τη δική της θέση . Άρα;

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς με  πρωτοβουλία  του, καίτοι  γνωρίζει τις ισορροπίες του κυβερνητικού συνασπισμού ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πήρε, στις αρχές του 2016, την πρωτοβουλία προώθησης Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης. Τα  Σκόπια απάντησαν στην αρχή αρνητικά, μετά με καχυποψία. Εν τέλει, συναίνεσαν . Άρα;

  • Οι τρέχουσες εξελίξεις

Σήμερα, η νέα κυβέρνηση της πΓΔΜ  και, ειδικότερα, ο  δαφνοστεφής υπουργός Εξωτερικών κύριος Νίκολα Ντιμιτρόφ ισχυρίζεται ότι όλα αλλάζουν. Όμως, στην πραγματικότητα, όλα μοιάζουν τόσο πολύ με το παρελθόν. Κυρίως, τα επιχειρήματα για το όνομα. Είναι τα ίδια από το 1995. Ας δούμε, τι δεν έχει αλλάξει:

– α)Η εμμονή στο κακό Σύνταγμα του 1991 (ήδη έχει αναθεωρηθεί τριάντα φορές) πηγή των εσωτερικών συγκρούσεων μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών, καθώς και των προβλημάτων με τους γείτονες (Ελλάδα).

– β)Η εχθρική προπαγάνδα και ο αλυτρωτισμός που πηγάζει έντονα σήμερα, σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, μέσα από τα σχολικά βιβλία, τους γεωγραφικούς χάρτες και τη νοοτροπία. Οι Μεγαλέξανδροι είναι συνέπειες αυτής της παιδείας και νοοτροπίας. Είναι δύσκολο να πιστέψουμε στα λόγια όσο το πλαίσιο αυτό της παιδείας και του πολιτισμού δημιουργεί πολιτισμικές παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις εθνικής ταυτότητας.

– γ)Η  νέα προσπάθεια παράκαμψης της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Αθήνα γνωρίζει ότι η Ουάσιγκτον και άλλες πρωτεύουσες θα επιθυμούσαν την ένταξη της γειτονικής μας χώρας στο ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα έχει ως σταθερή πυξίδα την ομόφωνη απόφαση του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι, η οποία επανελήφθη στο Σικάγο το 2012 και στο Κάρντιφ της Ουαλίας το Σεπτέμβριο 2014. Η ελληνική θέση πρέπει να είναι καθαρή: δεν τίθεται πλέον θέμα επιλογής από την πΓΔΜ ονόματος με το οποίο θα μπορούσε να προσκληθεί από το ΝΑΤΟ. Ο όρος είναι να βρεθεί αμοιβαίως αποδεκτή λύση με την Ελλάδα. Το επιχείρημα για σταθερότητα έχει τη σημασία του για την πΓΔΜ, αλλά έχει πολύ μεγαλύτερη αξία και σημασία για την Ελλάδα. Ειδικά, με το πρωτοφανές μέτωπο κρίσεων, συγκρούσεων, ανατροπών και απειλών που καλούνται να αντιμετωπίσουν το ΝΑΤΟ και η Ευρώπη από τη Βόρειο Αφρική και Μέση Ανατολή.

– δ) Η προσκόλληση στις θέσεις  του 1995, από την κυβέρνηση της πΓΔΜ, για το όνομα, όπως τουλάχιστον έχει δημοσιοποιηθεί, καταδεικνύει ότι η συνομολόγηση αμοιβαίως αποδεκτής λύσης, τη στιγμή αυτή, είναι δύσκολη έως και ανέφικτη. Επομένως, καθυστερεί και η πλήρωση των προϋποθέσεων που έχει θέσει το ΝΑΤΟ.

Αν κάποιο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ προκρίνει την αναθεώρηση ή την επιλεκτική εφαρμογή των ομοφώνων Αποφάσεων της Συμμαχίας, τότε θα φέρει ακέραια την ευθύνη του ανεπανόρθωτου ίσως κλονισμού της αλληλεγγύης και της εμπιστοσύνης, μεταξύ των συμμάχων, που δεν μπορεί να περιορίζεται αποκλειστικά στην επίκληση του Άρθρου 5 της Χάρτας του.