Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ«, 03/09/2018

Εύχομαι και ελπίζω – δεν έχω λόγο να αμφισβητώ – ότι τα εθνικά μας συμφέροντα υπαγόρευσαν τις πρόσφατες κινήσεις μας έναντι της Ρωσίας. Ορθό και αυτονόητο είναι ότι η Ελλάδα κήδεται και υπεραμύνεται της εθνικής της κυριαρχίας. Η παρέμβαση στις εσωτερικές μας διαδικασίες και επιλογές πολιτικής από οιαδήποτε χώρα, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης, δεν είναι ανεκτή.
Αυτός είναι γενικός κανόνας των διεθνών σχέσεων. Είναι ο χρυσούς κανόνας της ισότητας μεταξύ κυριάρχων κρατών. Θεωρητικά τουλάχιστον. Αρκεί ο κανόνας αυτός να μην τυγχάνει διακριτικής εφαρμογής. Προϋπόθεση άρα είναι ότι δεν δρούμε και δεν αντιδρούμε με τρόπο επιλεκτικό. Η αξιοπιστία απαιτεί αναμφίβολα διπλωματία με σταθερότητα, με σοβαρότητα, με συνέπεια και στιβαρό χειρισμό. Επίσης, τη σταθερή εφαρμογή του κανόνα της «αναλογικότητας». Στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου την εφαρμόζαμε ως «αρχή της αμοιβαιότητας».

Η απέλαση ξένων διπλωματών οι οποίοι παραβιάζουν τις πολυμερείς διεθνείς συμβάσεις και τον ελληνικό νόμο είναι ένα εξαιρετικό, δυσάρεστο, σοβαρό, πλην όμως θεμιτό μέσο. Όμως, ταυτόχρονα, πρέπει να έχουμε και την αίσθηση του «μέτρου». Ειδικά στο μέτωπο της δημόσιας διπλωματίας. Δεν συντρέχει κανείς λόγος και δεν προσθέτει αξία στην αποφασιστικότητά μας να χρησιμοποιούμε έναντι ενός μονίμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας, ενός πρωταγωνιστή στο ευρω-μεσογειακό και στο παγκόσμιο σύστημα ασφάλειας – αφήνω κατά μέρος τα περί φιλίας -, δυσάρεστη και εξεζητημένη ορολογία.
Στέκομαι στη λεγόμενη «αρχή της αναλογικότητας». Η Αθήνα έχει για ευεξήγητους λόγους επιλέξει ως «πολιτική» ή μάλλον ως υποκατάστατο πολιτικής, να μη χρησιμοποιεί έναντι ισχυρής γειτονικής χώρας ανάλογη πρακτική και ορολογία. Παρότι εδώ και δεκαετίες παρεμβαίνει κεκαλυμμένα και ανοικτά σε εκλογικές, πολιτικές, αυτοδιοικητικές ή αφορούσες στη θρησκευτική λατρεία διεργασίες σε συγκεκριμένο τμήμα της ελληνικής επικράτειας. Εκτός δηλαδή του πλαισίου που ορίζει η Συνθήκη της Λωζάννης. Ή μήπως κάνω λάθος; Η πολιτική δύο μέτρων και δύο σταθμών συνεπώς δεν πείθει. Θα ήμουν ευτυχής αν η πολιτική μας αντίδραση και η πέραν του «μέτρου» εκδήλωση της δημόσιας διπλωματίας μας έναντι της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποτελούσε το προηγούμενο για κατ» αναλογίαν αντίδραση και σε άλλες περιπτώσεις. Τούτο όμως δεν συμβαίνει. Αντιθέτως.
Ήλθε η στιγμή η Αθήνα και η Μόσχα να θέσουν ένα τέλος στη δυσάρεστη αυτή παρένθεση. Θα το πώς όσο κομψότερα μπορώ: η ζημιά έχει γίνει. Τώρα, ας φροντίσουν και οι δύο χώρες να αποκαταστήσουν βήμα προς βήμα ένα λειτουργικό πλαίσιο στις σχέσεις μας. Ας στοχεύσουμε στην επανεκκίνηση των ελληνορωσικών σχέσεων. Η επίσκεψη του κυρίου Πρωθυπουργού στη Μόσχα οψέποτε γίνει πρέπει να αποτελέσει το επιστέγασμα, την επιβεβαίωση της αποκατάστασης των σχέσεων. Συνεπώς καλόν είναι να προηγηθούν διαβουλεύσεις και ανταλλαγή επισκέψεων σε κατάλληλο επίπεδο.
Σημειωτέον ότι εκτός των άλλων παρενεργειών με την παράταση της σημερινής πρωτοφανούς κατάστασης αυτοακυρώνεται κάθε δυνατότητα προσφυγής μας για οποιοδήποτε θέμα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, έχοντας εκ προοιμίου εξασφαλίσει την αρνητική διάθεση – ίσως και το βέτο – ενός μονίμου μέλους, της Ρωσίας. Συμβαίνει για πρώτη φορά μετά το 1974. Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά μόνο και δεν περιορίζεται στην Ελλάδα.
Αν δεχθούμε ότι το εθνικό συμφέρον επέβαλε την ψύξη, τότε ας συμφωνήσουμε ότι το εθνικό συμφέρον επιβάλλει την τήξη του πάγου.