Τουρκία: μια πανίσχυρη χώρα με διαχρονικά σταθερή πολιτική, με στόχους και στρατηγική». Ή «μια χώρα οι πολιτικοί της οποίας σέβονται τους σταθερούς θεσμούς στους οποίους κορυφαία θέση έχουν το στράτευμα και η διπλωματική υπηρεσία». Και «Τουρκία, μια χώρα με συνέπεια και συνέχεια στην εξωτερική της πολιτική, η οποία μόνο επιτυχίες γνωρίζει». Αυτές είναι, συνήθως, οι στερεότυπες φράσεις και οι χαρακτηρισμοί, μείγμα δέους και ενός κρυπτοθαυμασμού, οι οποίες, κατά κανόνα, συνοδεύουν τις πλέον έγκυρες αναλύσεις για τη γειτονική μας χώρα.

Σαν διπλωμάτης, σαν στρατιωτικός, σαν πολιτικός, σαν δημοσιογράφος είσαι υποχρεωμένος να γνωρίζεις τα πάντα, με ακρίβεια και με λεπτομέρειες, για τη γειτονική μας χώρα, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου. Δικαίως, μιας και η ιστορία των σχέσεων της Ελλάδος και της Τουρκίας έχει, από μόνη της, γεμίσει τόμους ιστορίας και πολυσέλιδα ημερολόγια με μαρτυρίες από πολέμους, διωγμούς, ανταλλαγή των πληθυσμών, προσφυγιά, νεότερους διωγμούς και νέο ξεριζωμό.

Δυστυχώς, η προσφυγή στη χρήση των στερεοτύπων, είτε αφορούν στην Ελλάδα είτε αφορούν στην Τουρκία, είναι χαρακτηριστικό άγνοιας ή, στην καλύτερη περίπτωση, ημιμάθειας. Έχουμε τη χαρακτηριστική τάση, τη μοναδική σχολή ανάλυσης θα έλεγα, η γνώμη να προηγείται της γνώσης, αλλά συχνά και του γεγονότος!

Είχα, πρόσφατα, την ευκαιρία να επισκεφθώ την Τουρκία, προσκεκλημένος του Πανεπιστημίου Yasar (YASAR UNIVERSITESI). Ενός υπερσύγχρονου ιδιωτικού πανεπιστημίου που ιδρύθηκε από τον SELCUK YASAR, με διεθνή προσανατολισμό, στη περιοχή Μπόρνοβα της Σμύρνης. Στη φοιτητική εστία, μέσα στις εγκαταστάσεις του πανεπιστημίου,   διαμένουν 400 φοιτητές. Εκτός από τις σύγχρονες εγκαταστάσεις, που μου θύμισαν τα αμερικανικά πανεπιστήμια, τον επισκέπτη εκπλήσσουν η ποιότητα, ο εξοπλισμός και η καθαριότητα. Τον δε, εξ Ελλάδος, επισκέπτη, εντυπωσιάζει και η απουσία γκράφιτι και συνθημάτων στους τοίχους.

Όπως και η περιοχή της Σμύρνης, την οποία επισκέφθηκα για πρώτη φορά (οι αποστολές μου, ως διπλωμάτη, είχαν συνήθως προορισμό την Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη), το πανεπιστήμιο έχει κεμαλικό υπόβαθρο και δυτικοπρεπή προσανατολισμό.

Σκοπός όμως αυτού του σημειώματος δεν είναι να γράψω για το πανεπιστήμιο και τη δική μου παρουσία. Είναι να καταγράψω τις εντυπώσεις μου από αυτά που είδα και αντιλήφθηκα στην ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης κατά το τετραήμερο της επίσκεψης μου.

Η συγκέντρωση Ερντογάν

Τη Κυριακή, 16 Μαρτίου, ξεκινήσαμε από το Τσεσμέ ( Κρήνη Ερυθραίας ), όπου είχαμε φιλοξενηθεί το Σάββατο. Στο καλοσυντηρημένο χωριό Αλατσάτα συναντώ δυο γνωστούς μου Τούρκους πρέσβεις, συνταξιούχοι και αυτοί, με τους οποίους είχαμε συνεργασθεί, άλλοτε συμφωνώντας κι άλλοτε (και συχνότερα) συμφωνώντας ότι διαφωνούμε, γι’ αρκετά χρόνια, όταν ήμουν στο Υπουργείο. Ανήκουν σ’ αυτό που θα λέγαμε την κορυφή, την ελίτ της τουρκικής διπλωματικής υπηρεσίας. Μένουν μόνιμα στη Σμύρνη.

Φθάνοντας το απόγευμα στη Σμύρνη   κοιτάζω τις χιλιάδες κόσμου που είναι έξω στους δρόμους. Με ξαφνιάζει το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι γυναίκες φορούν μαντήλες. Μαθαίνουμε ότι, ακριβώς κάτω από το ξενοδοχείο στη νέα παραλία στο λιμάνι, για όσους γνωρίζουν τη Σμύρνη στο ύψος κτιρίου του Γενικού Προξενείου της Ελλάδος, έχει προεκλογική συγκέντρωση ο Ταγίπ Ερντογάν. «Αυτοί δεν είναι από δω», μου λένε, «οι γυναίκες μας εδώ δεν φορούν μαντήλες». Και «δεν είμαστε με τον Ερντογάν πια, μας πάει πίσω». Μας συνιστούν να μη βγούμε από το ξενοδοχείο. Υπάρχει φανατισμός στους δρόμους. Στα κτίρια κρέμονται τεράστιες σημαίες με τη φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ. «Έτσι δείχνουμε την αντίθεσή μας στον Ερντογάν» εξηγούν. Όπου βλέπεις τη φωτογραφία του Ατατούρκ, σημαίνει ότι είμαστε κατά του Ερντογάν. Μουσταφά Κεμάλ κατά Ταγίπ Ερντογάν. Εικονολάτρες και εικονοκλάστες σκέπτομαι.

Έχουν μεταφέρει για τη συγκέντρωση χιλιάδες κόσμο «από τα μέσα». Εννοούν από το εσωτερικό της Τουρκίας, μακριά από τα Ιώνια. Μετά τη συγκέντρωση, για να είμαι ακριβής μετά το τέλος της ομιλίας του Πρωθυπουργού, ακούστηκαν από ορισμένους ακραία συνθήματα κατά των Σμυρνιωτών. Με όση μεγαλύτερη ακρίβεια επιβάλλεται, μεταφέρω τη φράση που κατέγραψα «ισλαμιστές κατά των απίστων». Ποιοι όμως; Τούρκοι κατά Τούρκων.

Τη Δευτέρα 17 Μαρτίου, στους δρόμους της Σμύρνης, η συντριπτική πλειοψηφία των γυναικών φορούσε μαντήλα. Κάποιοι μιλούσαν αραβικά. «Έχουν φέρει Σύρους πρόσφυγες από το νότο για τη συγκέντρωση» μου λέγουν. «Φημολογείται ότι θα τους δώσουν εκλογικά βιβλιάρια. Αν συμβεί αυτό, η κατάσταση θα βγει εκτός ελέγχου». Θα πρόκειται για Τουρκομάνους από τη Συρία σκέπτομαι.

Και κάτι άλλο, χαρακτηριστικό της καθεστωτικής, αλαζονικής νοοτροπίας που έχει πια η κυβέρνηση του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Διαβάζω στη Hurriet Daily News της 18ης Μαρτίου τα ακόλουθα: «μετά τη συγκέντρωση στη Σμύρνη, σωματοφύλακες του Τούρκου πρωθυπουργού συνέλαβαν στα σπίτια τους δυο γυναίκες, διότι τον αποδοκίμαζαν με χαρακτηριστικές κινήσεις κατά τη διάρκεια της ομιλίας του».

Από την Τρίτη 18 Μαρτίου το πρωί, ήταν ζήτημα, αν συναντήσαμε δύο γυναίκες με μαντήλα στη Σμύρνη. Οι χιλιάδες μεταφερόμενοι οπαδοί του AΚP έφυγαν. Ο Ερντογάν μιλά στην Αδριανούπολη.

Μια χώρα, δυο κόσμοι

Εκείνο που, κυρίως, συγκράτησα είναι το χάσμα που χωρίζει τους Τούρκους από τους Τούρκους. Θα ήταν σφάλμα να προσπαθήσουμε να το ερμηνεύσουμε απλά και μόνο με πολιτικοκομματικούς όρους, δηλαδή CHP (Λαϊκό Δημοκρατικό Κόμμα) κατά AΚP (Kόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης). Αναμφίβολα συμβαίνει κάτι βαθύτερο. Η Τουρκία δείχνει να είναι μια χώρα βαθιά διχασμένη ανάμεσα σε δύο κοινωνίες, σε δυο κόσμους.

Δεν μπορώ να κάνω προβλέψεις για το πώς θα εξελιχθεί αυτή η κατάσταση. Η διαφορά, το χάσμα μεταξύ των δύο κοινωνιών των δύο κόσμων, θα μπορέσει να γεφυρωθεί ή θα εξελιχθεί σε μια ανοικτή, άνευ προηγουμένου, σύγκρουση; Αυτό που σημείωσα -και ομολογώ πως με ξάφνιασε- είναι ο απόλυτος τρόπος, ο φανατισμός θα μπορούσα να ισχυρισθώ, με τον οποίο οι ακραιφνείς και συνειδητοποιημένοι Κεμαλικοί εκφράζονται για τον κοινωνικοθρησκευτικό μετασχηματισμό της τουρκικής κοινωνίας επί πρωθυπουργίας Ταγίπ Ερντογάν.

Χρησιμοποιώντας τον ευρηματικό τίτλο του βιβλίου των Σταύρου Λυγερού – Κώστα Μελά «Μετά τον Ερντογάν τι;» ρώτησα τους συνομιλητές μου για την επόμενη ημέρα. Η απάντηση των περισσοτέρων ήταν «δεν γνωρίζουμε, αν θα υπάρξει επόμενη ημέρα». Ο Ερντογάν, που φιλοδόξησε να κάνει την Τουρκία παγκόσμιο παίκτη και σε κάποια στιγμή έδειχνε να το κα- ταφέρνει, διόλου δείχνει διατεθειμένος να αφήσει την εξουσία. Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση του CHP δεν δείχνει να τον ενοχλεί τόσο. Στην πραγματικότητα, με όρους πολιτικούς δεν δείχνει να τον απειλεί σοβαρά.

Η μεγαλύτερη αμφισβήτηση στον Ερντογάν προέρχεται από τους μορφωμένους και ανοικτούς σε ξένες ιδέες και πρότυπα νέους και στη μεσαία τάξη των μεγάλων πόλεων. Επίσης, από το σύστημα του (μέχρι την άνοιξη του 2013 συμμάχου του) Φετουλάχ Γκιουλέν που τον στήριξε, τον υποστήριξε και τώρα, κατά τον Τούρκο πρωθυπουργό, συνωμοτεί εναντίον του.

Ακόμη και οι δημοσκοπήσεις, παρά τις απώλειες που καταγράφει τον τελευταίο καιρό, εξακολουθούσαν να δίνουν σημαντικό προβάδισμα στο ΑΚΡ για τις δημοτικές εκλογές της 30ης Μαρτίου. Βέβαιο είναι ότι οι δημοτικές εκλογές, το αποτέλεσμα των οποίων θα το γνωρίζουμε πια όταν θα έχει κυκλοφορήσει το περιοδικό, αποτελούν πρόκριμα για τις προεδρικές του Αυγούστου 2014 και για τις γενικές βουλευτικές εκλογές που προγραμματίζονται για τον Ιούνιο 2015, χωρίς να αποκλείεται να διεξαχθούν νωρίτερα. Σημειώνω πάντως ότι, ανεξαρτήτως των δημοσκοπικών ευρημάτων, πρόσφατα η προεκλογική μηχανή του ΑΚΡ έβαλε ως στόχο των δημοτικών εκλογών το 50% των ψήφων, το ποσοστό δηλαδή που πήρε στις βουλευτικές εκλογές του 2011.

Στις σημειώσεις μου έχω καταχωρήσει και τη δήλωση του Προέδρου Γκιούλ, στις 18 Μαρτίου: «είμαι λυπημένος και ανήσυχος για την κατάσταση. Ξανάρχονται στην επιφάνεια σκηνές από τη παλιά Τουρκία. Έχουμε κηδείες που τις ακολουθούν εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου… Δυστυχώς αποτύχαμε να αλλάξουμε τις πολιτικές παραδόσεις της Τουρκίας».

Ο σημερινός ρόλος της Τουρκίας

Δόγμα του καθηγητή κ. Αχμέτ Νταβούτογλου ήταν η «πολιτική μηδενικών προβλημάτων» με τους γείτονες. Δύσκολα, μα πολύ δύσκολα ομολογώ, θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει ότι σαν υπουργός Εξωτερικών έκανε ότι ήταν δυνατό για να το υπονομεύσει! Η Τουρκία σήμερα δεν βρίσκεται μόνο στο επίκεντρο σύγκρουσης μεταξύ δυο κοινωνιών. Είναι (σε μεγαλύτερο μάλιστα βαθμό απ’ ότι πιστεύουμε) αποκομμένη από τις διεργασίες αναζήτησης λύσεων στα ζητήματα της ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Συνοψίζω τις σκέψεις μου:

  1. Εδώ και αρκετές δεκαετίες, το τουρκικό μοντέλο εθεωρείτο πρότυπο σύστασης και οργάνωσης μιας κρατικής δομής, ενός δημοκρατικού μουσουλμανικού -πλην όμως κοσμικού- χαρακτήρα κράτους προς εξαγωγή στις χώρες της Μέσης Ανατολής, στο Πακιστάν στο Αφγανιστάν κ.λπ. Ήταν το κράτος στο οποίο συνυπήρχαν αρμονικά, κατά τους αγγλοσάξονες σχεδιαστές πολιτικής αλλά όχι αποκλειστικά, το Ισλάμ, η, έστω με εκπτώσεις, δημοκρατία και η οικονομική ανάπτυξη. Η πολιτική της έδειχνε να κοιτάζει προς τη Δύση, ενώ τα συμφέροντά της να την δένουν με τη Μέση Ανατολή.
  2. Ακόμη και οι εκτροπές από τη δημοκρατία, με την παρέμβαση του (τότε) συνταγματικά καθιερωμένου ρόλου των ενόπλων δυνάμεων, αντιμετωπίστηκαν, κατά κανόνα, με ανοχή, αν όχι με ανακούφιση, από τους παίκτες που καθορίζουν τις κινήσεις στην παγκόσμια σκακιέρα.
  3. Η εκλογή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και του κόμματος (κινηματικού χαρακτήρα και ιδεολογίας) ΑΚΡ χαρακτηρίστηκε σχεδόν σαν φαινόμενο. Οι γείτονες της Τουρκίας, κυρίως δε οι πολιτικές ελίτ, το αντιμετώπισαν με συμπάθεια. Η Τουρκία στρέφεται με μεγαλύτερη πειστικότητα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ο Ερντογάν προβαίνει σε ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις που αφορούσαν και το ρόλο του στρατεύματος. Για αρκετά χρόνια, δείχνει ότι συμπεριφέρεται σαν ηγέτης και όχι σαν ένας κοινός πολιτικός κομματάρχης. Με δεξιοτεχνία, σωστή τακτική και πολιτική αποφασιστικότητα ελέγχει, αλλάζει, αναθεωρεί, καταργεί, ευνουχίζει και αποδυναμώνει ένα προς ένα όλους τους πόλους και θεσμούς που θα μπορούσαν να του σταθούν εμπόδιο: σύνταγμα, νόμοι, στρατός, δικαστική εξουσία, διπλωματική υπηρεσία, μέσα ενημέρωσης, μυστικές υπηρεσίες. Είναι γεγονός ότι οι ηγέτες του Πεκίνου, της Μόσχας και της Ουάσιγκτον, για δικούς τους λόγους ο καθένας, καλλιεργούν τις καλύτερες δυνατές σχέσεις με τον πρωθυπουργό Ταγίπ Ερντογάν. Μπορώ να βεβαιώσω -μετά λόγου γνώσεως- για την εξαιρετική χημεία μεταξύ του Προέδρου Ομπάμα και του Τούρκου Πρωθυπουργού μέχρι το 2012. Πιστεύω ότι η σχέση ράγισε τον Μάιο του 2013. Η συμμετοχή της Τουρκίας στην Ομάδα των G20 είναι η συνέπεια, το αποτέλεσμα και όχι η αιτία ενός ειδικού ρόλου που αναγνώριζαν στη Τουρκία .
  4. Η απόλυτή κυριαρχία του Ερντογάν στο εσωτερικό, χωρίς θεσμικό έλεγχο της εξουσίας που κατά κανόνα οδηγεί πολιτικούς και κόμματα σε αλαζονική συμπεριφορά, σε συνδυασμό με την εσφαλμένη ανάγνωση των ορίων και των όρων των δυνατοτήτων της Τουρκίας, τον οδήγησαν, την τελευταία τριετία, σε συμπεριφορά και επιλογές που δεν δικαιώθηκαν. Οι πιο κραυγαλέες είναι οι ακόλουθες :

Σύμπραξη και προνομιακή συνεργασία με την Χαμάς στα Παλαιστινιακά εδάφη, γεγονός που αποδυνάμωσε, αν δεν υπονόμευσε, τον Πρόεδρο Μαχμούτ Αμπάς.

Η προσωπική του διένεξη με τον Πρόεδρο Πέρες στο Νταβός, τον Ιανουάριο του 2009, έλαβε τη μορφή πολιτικής αντιπαράθεσης με το Ισραήλ που, αντί να κατευνασθεί, κλιμακώθηκε με ευθύνη της Άγκυρας.

Προσπάθεια ποδηγεσίας και χειραγώγησης της λεγόμενης «Αραβικής Άνοιξης», με τις γνωστές αποτυχίες στην Αίγυπτο και τη Συρία. Προσωπικά, ο Ερντογάν, το 2011, κράτησε άλλη στάση στην Αίγυπτο και άλλη στη Λιβύη. Δύο μέτρα και δύο σταθμά.

Ενίσχυσε οικονομικά και με εξοπλισμό τις πιο ριζοσπαστικές ομάδες στη στρατιωτική σύγκρουση στη Συρία, στοιχηματίζοντας έτσι στο λάθος άλογο.

Εν τέλει, πώς είναι δυνατό μια χώρα, όπως η Τουρκία, να θέλει να έχει ρόλο πρωταγωνιστή στα Μεσανατολικά πράγματα και να έχει κατορθώσει να διαρρήξει τις σχέσεις της –ταυτόχρονα- με Ισραήλ, Συρία και Αίγυπτο;

Παράπλευρη απώλεια είναι, πλέον, και η έλλειψη εμπιστοσύνης της Ουάσιγκτον για τη δυνατότητα, αλλά και τη βούληση της Άγκυρας να παίξει βασικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Για να μην θεωρηθώ υπερβολικός, θα επαναδιατύπωνα την εκτίμησή μου ως εξής:

οι πολιτικές επιλογές των κ.κ. Ερντογάν- Νταβούτογλου στη Μέση Ανατολή τη στιγμή αυτή δεν συμπίπτουν με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις της Ουάσιγκτον. Στο πρόσφατο παρελθόν, είτε συμβάδιζαν είτε είχαν ικανοποιητικό βαθμό σύγκλισης.

  1. Πέραν και εκτός αυτών, το είδος και η ποιότητα της δημοκρατίας στη Τουρκία σήμερα -και εννοώ το 2014- σίγουρα δεν είναι πρότυπο προς εξαγωγή. Τα ΜΜΕ είναι υπό έλεγχο, οι δημοσιογράφοι υπό διωγμό και η λεγόμενη κοινωνία των πολιτών υπό απειλή.

Θυμάμαι τα λόγια ενός γνωστού αξιωματούχου του State Department.

Πολύ αργά το βράδυ της 27ης Απριλίου 2007, την ημέρα, δηλαδή, που το Γενικό Επιτελείο ανάρτησε στην ιστοσελίδα του μια προκήρυξη που θεωρήθηκε σαν «πραξικόπημα», τασσόμενο κατά της υποψηφιότητας του Αμπντουλάχ Γκιούλ στη Προεδρία της Δημοκρατίας , μου τηλεφώνησε για να μου πει τη γνώμη του.

Θα μπορούσα να τη συνοψίσω ως εξής :

α)    H ενέργεια των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων εντάσσεται μέσα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων και του ρόλου που προβλέπεται από το σύνταγμα.

β)    Ο Πρωθυπουργός Ταγίπ Ερντογάν θα μπορούσε να σκεφθεί μια άλλη υποψηφιότητα η οποία να είναι αποδεκτή και ενωτική.

γ)   Η συγκέντρωση όλων των θεσμικών πολιτικών και πολιτειακών αρμοδιοτήτων γύρω από πρόσωπα προσκείμενα στον Ερντογάν μπορεί να δημιουργήσει ένα κράτος, χωρίς ελεγκτικούς μηχανισμούς και θεσμικά αντίβαρα. Χωρίς «checks and balances», όπως χαρακτηριστικά μου είπε.

Δεν ήταν και πολύ δύσκολο να αντιληφθώ το μήνυμα που ήθελε να μεταδώσω στην Αθήνα. Αρκετές φορές, τους τελευταίους μήνες, η φράση του «without the necessary checks and balances» έρχεται συχνά στο μυαλό μου. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Πρόεδρος της Τουρκίας όλο και συχνότερα τηρεί αποστάσεις και δημοσιοποιεί τη διαφωνία του με συγκεκριμένες αποφάσεις, δηλώσεις και επιλογές του πρωθυπουργού Ταγίπ Ερντογάν.

Τις σημειώσεις αυτές έγραψα την Τετάρτη 19 Μαρτίου , φεύγοντας για το Τσεσμέ. Αποφάσισα, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, να τις περιλάβω στο κείμενο αυτό. Έχω ένα ερωτηματικό για την πορεία του εξ Ανατολών γείτονα. Βρήκα μια χώρα με αδρές διαχωριστικές γραμμές. Έμεινα με την εντύπωση, για να μην πω πεποίθηση, ότι στη φάση αυτή της ιστορίας η διαχωριστική γραμμή στην κοινωνία, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, δεν έχει τραβηχτεί ανάμεσα σε Τούρκους και Έλληνες , σε Τούρκους και Αρμένιους, σε Τούρκους και Πόντιους ή Κούρδους. Είναι μια κοινωνία που διχάζει τους Τούρκους και τους Τούρκους.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Άμυνα και Διπλωματία», τεύχος Απριλίου 2014