Η Ελλάδα, σήμερα και αύριο : ο κόσμος γύρω μας και εμείς

Σκοπός αυτού του κειμένου δεν είναι η κατάθεση μιας επιπλέον διαμαρτυρίας. Είναι ελπίζω μια ταπεινή συμβολή, υποκειμενική αναμφίβολα, στη προσπάθεια εκτίμησης και αξιολόγησης της εικόνας της σημερινής Ελλάδας, σε συνδυασμό πάντοτε με τις εξελίξεις στην Ευρώπη και στον ευρύτερο χώρο μας.

Η Ελλάδα, σήμερα και αύριο

  1. Αυτοαξιολόγηση και εκτίμηση δυνατοτήτων

Η ανάλυση θα είναι ατελής και εσφαλμένη αν δεν λαμβάνει υπόψη -στη κορυφή των παραμέτρων της εθνικής αυτοαξιολόγηση και εκτίμησης δυνατοτήτων- την έλλειψη κοινωνικής συνοχής, την κρίση ταυτότητας και αξιών, το ήθος της Ελληνικής Δημοκρατίας και τη αδυναμία του Κράτους (αυτού που αποκαλούμε Δημόσιο) να συμπεριφέρεται κατά τρόπο ορθολογικό και μη εχθρικό προς τους πολίτες. Επίσης, την σημασία του εξορθολογισμού της λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής μας Δημοκρατίας και της ανάγκης  εκσυγχρονισμού του πολιτειακού  και πολιτικού  μας συστήματος   με βάση τη πραγματική εικόνα της Ελλάδας και κυρίως το κοινό νου.

  •   Η βελτίωση των οικονομικών δεικτών

Δεν έχω τη πρόθεση να αμφισβητήσω ότι αργά η γρήγορα θα υπάρξει βελτίωση ορισμένων οικονομικών δεικτών και δεδομένων. Στη καθημαγμένη Ιθάκη μας, τόσο οι κυβερνώντες όσο και οι μνηστήρες του θρόνου μας αδικούν. Οι μεν, διότι δίνουν υπερβολική σημασία στην ανάσχεση της κατακόρυφης πτώσης μας στην ύφεση και στην εθνική μας απαξίωση παρουσιάζοντας την περίπου ως σημαντικό επίτευγμα. Οι δε, διότι την αμφισβητούν και περίπου την αφορίζουν. Πιστεύουν προφανώς ότι αν επιβεβαιωθεί και επιτευχθεί σταθεροποίηση -στο κατώτερο σημείο των οικονομικών μας δυνατοτήτων και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας- η εξέλιξη αυτή αρκεί ή θα αρκούσε για να ανακόψει τη πορεία προς πολιτικές ανατροπές. Η Ελλάδα πάσχει από την έλλειψη του μέτρου.

Επιπλέον, όπως άλλωστε και η πλειοψηφία των συμπολιτών μας, έχω μάθει από τα λάθη μας -στα οποία περιλαμβάνω και τα δικά μου- να είμαι τουλάχιστον επιφυλακτικός στην ανάγνωση και ερμηνεία των αριθμών μέσα από τους πολυεστιακούς φακούς των πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Θυμάμαι, με ανάμεικτα συναισθήματα νοσταλγίας και απογοήτευσης, ότι σχεδόν μέχρι την ημέρα που έφυγα από την Ουάσιγκτον (Ιούνιος 2009) πρόβαλα ως πρέσβης τα ακόλουθα επιτεύγματα της Ελλάδος με βάση τα επίσημα στοιχεία:

  • Το μέλος της ευρωζώνης με τη δεύτερη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση του ρυθμού του Α.Ε.Π.
  • Τη μείωση του προκληθέντος, μεταξύ άλλων και από τη τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων, ελλείμματος του προϋπολογισμού από 7.5% (2004) σε 2.8% (2007).

Βλέποντας πρόσφατα τις σημειώσεις που χρησιμοποιούσα στις ομιλίες και δημόσιες εκδηλώσεις στην διάρκεια της θητείας μου στην Ουάσιγκτον, αισθάνομαι ότι ήμουν είτε αφελής είτε συνυπεύθυνος, ή και τα δυο. Τώρα πλέον, πέραν της αναγκαίας και απαραίτητης για τη “αυτοκάθαρση” αυτοκριτικής, έχω αναγκαστικά γίνει δύσπιστος. Προτιμώ να ερευνώ αντί να πιστεύω.

  • Η Χαμένη Γενιά των Ελλήνων

Με την ευκαιρία της πρόσφατης έκδοσης του βιβλίου μου έχω ακούσει και διαβάσει αρκετές κριτικές. Ορισμένοι, αρκετοί ομολογώ, μου λέγουν ότι ξαφνικά έγινα πολύ απαισιόδοξος. Επίσης, ότι η απαισιοδοξία και η απογοήτευση αναδύονται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου.

α. Διώχνουμε τους νέους

Ναι είμαι απαισιόδοξος. Γιατί η σημερνή Ελλάδα διώχνει την καλλίτερη, την πιο ικανή ,την πιο εξωστρεφή και την πιο μορφωμένη γενιά νέων. Τους λέει και στην πράξη τους δείχνει πως αυτή η χώρα δεν κάνει πια γι’ αυτούς. Δεν θέλει και δεν μπορεί να τους κρατήσει. Δεν έχουν μέλλον σ’ αυτή. Τους γυρίζουμε τη πλάτη. Τους κλείνουμε την πόρτα. Αυτή, τα παιδιά μας δηλαδή, είναι η χαμένη γενιά της Ελλάδος. Μάλιστα, στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα. Ενώ όλοι οι διεθνείς αναλυτές προσπαθούν να προβλέψουν  τις Εθνικές, περιφερειακές και παγκόσμιες εξελίξεις, για την Ελλάδα ένα πράγμα  δείχνει να γίνεται σαφές. Το 2021, θα βρει  την Ελλάδα με καλλίτερους μεν οικονομικούς δείκτες σε σχέση με σήμερα, πλην όμως χωρίς το δυναμισμό και τη ζωτικότητα της νέας γενιάς.

Μιλώ συχνά  με άνεργους νέους αφού δεν απουσιάζουν πια από καμιά ελληνική οικογένεια. Για να είμαι πιο ακριβής, δεν απουσιάζουν από τη συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών. Τι νιώθουν; Ντροπή γιατί εξαρτώνται από το βοήθημα  του πατέρα ή τη σύνταξη του παππού. Απογοήτευση, συχνά απόγνωση, θυμό και κατάθλιψη. Μερικοί μοιάζουν να εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Έχουν σε ηλικία εικοσιπέντε ετών χαρακτηριστικά της τρίτης ηλικίας. Θα ήμουν αναξιόπιστος αν έλεγα ότι όλοι είναι στην κατάσταση αυτή. Όχι. Υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Στην ανάλυση όμως της εικόνας της Ελλάδας σημασία έχει ο κανόνας.

– Το δικό μου όμως ερώτημα είναι αν ένας νέος έχει την όρεξη και τη δυνατότητα να φύγει τι να του πω βλέποντας γύρω μου την έλλειψη ελπίδας και ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο σε κάθε πρόοδο και καινοτόμο πρόταση  που κατ’ ευφημισμό λέγεται Κράτος;

β. Τα ευρήματα των δημοσκοπήσεων

Δέχομαι ότι, πράγματι, η διεθνής εικόνα της Ελλάδος δείχνει να έχει βελτιωθεί το τελευταίο καιρό. Η χειρότερη όμως για τη κοινωνία και το μέλλον της χώρας μας εξέλιξη είναι ότι στην εσωτερική του λειτουργιά, απέναντι δηλαδή στους πολίτες, το Ελληνικό Κράτος, δείχνει ένα ολοένα και πιο σκληρό πρόσωπο που δεν συμβιβάζεται με το πολιτισμό μιας χώρας που εξακολουθεί να θέλει να λέγεται Ευρωπαϊκή. Για παράδειγμα, η φορολογική πολιτική δεν είναι ρεαλιστική και δεν συμβαδίζει με το κοινό νου.

Διάβασα προ καιρού στο “Βήμα της Κυριακής” τα αποτελέσματα μιας δημοσκόπησης της “ΚΑΠΑ RESEARCH”. Ανέτρεξα στα αναλυτικά αποτελέσματα στον ιστότοπο της Εταιρείας. Είναι εντυπωσιακά. Πιστεύω ότι η αιτιολόγηση της απαισιοδοξίας μου να τεκμηριώνεται και μέσω των δημοσκοπήσεων. Αναφέρω μερικά στοιχεία:

  • 55,6% των ερωτηθέντων, δηλαδή ένας στους δυο, απάντησαν ότι θα έφευγαν από την Ελλάδα αν είχαν την ευκαιρία. Προεξοφλώ ότι η ηλικιακή διαστρωμάτωση των αποτελεσμάτων δείχνει ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό στους νέους.
  • Στο ερώτημα “σε ποια κατηγορία θα άνηκε ο σημαντικότερος Έλληνας του 2013”, το 59,6% απάντησε ο “ανώνυμος άνεργος”. Δεν απορώ διότι στην απαξιωτική κρίση των συμπολιτών μας, όπως δείχνει να καταγράφει η εν λόγω έρευνα, η επιλογή προσώπου της κατηγορίας “ακαδημαϊκός” (5%) έπεται ακόμη και αυτής της κατηγορίας “ένας πολιτικός” (9.1%) και “ένας επιχειρηματίας” (7,3%). Είναι και αυτή μια μορφής δημοσκοπικής απάντησης στην απουσία, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, ενός αφυπνιστικού λόγου της συντεταγμένης και κατεστημένης πνευματικής “ηγεσίας” του τόπου, που να ανταποκρίνεται επιτέλους στη κρισιμότητα των περιστάσεων.

γ. Ανεργία και »ελαστικότητα» εργασίας. Ένα ελληνικό επίτευγμα

Σύμφωνα με τις πλέον έγκυρες στατιστικές, η ανεργία των νέων της Ελλάδος βρίσκεται  πάνω από το 60%, στη κορυφή δηλαδή μεταξύ όλων των μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σημειώνω ότι σ’ αυτούς δεν περιλαμβάνονται οι νέοι που εργάζονται για παράδειγμα 15 ώρες την εβδομάδα με μισθό 200 ευρώ το μήνα. Χωρίς εργασιακούς όρους και χωρίς ασφάλιση. Η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων νέων είναι ανασφάλιστη.

Όταν ήμουν στην Ουάσιγκτον, σε κάθε συνάντηση Έλληνα υπουργού με τους αξιωματούχους του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, έμπαινε τακτικά από πλευράς του διεθνούς οργανισμού, το θέμα της βελτίωσης της λεγόμενης “ελαστικότητας στην αγορά εργασίας”.

Σήμερα, η Ελλάδα που αυτοπροβάλλεται ως “πετυχημένη ιστορία” (success story), μπορεί να καυχιέται ότι πράγματι έχει επιτύχει το πιο “ελαστικοποιημένο” εργασιακό καθεστώς μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Κυρίως ,σε ό,τι αφορά στην εργασία της νέας γενιάς.

Δεν πρέπει να εκπλήσσεται  κανείς , που οι νέοι με τη σειρά τους γυρίζουν την πλάτη στη πολιτική έκφραση και έκφανση, σε βαθμό μάλιστα επικίνδυνο . Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις έρευνες της κοινής γνώμης είναι αποκαλυπτικά. Άλλωστε τι χρειαζόμαστε τις έρευνες; Όποιος θέλει πραγματικά να αφουγκρασθεί την ελληνική κοινωνία και τους νέους δεν έχει παρά να βγει έξω από το γυάλινο κόσμο που ζει, αποκομμένος από τη πραγματικότητα.

  1. Κράτος συνταξιούχων και γηρασμένων με απαξιωμένη Δημόσια Διοίκηση

α. Απαξιωμένη δημόσια διοίκηση

Ναι είμαι απαισιόδοξος. Γιατί η Ελλάδα που σήμερα κτίζεται θα είναι αύριο μια χώρα κατά πλειοψηφία γηρασμένων, θυμωμένων συνταξιούχων, και κατά συντριπτική πλειοψηφία ανέργων ή υποαπασχολούμενων νέων. Θα έχει επίσης μια μικρότερη -ευτυχώς- δημόσια διοίκηση πλην όμως απαξιωμένη και κυρίως αποδυναμωμένη. Από ποιους;

Μα από το φυσικό πατέρα της τερατογένεσης της, που δεν είναι άλλος από το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Πρόκειται για ένα φαινόμενο οι επιπτώσεις του οποίου ισχυρίζομαι ότι θα γίνουν κάτι παραπάνω από αισθητές στην αδυναμία της δημόσιας διοίκησης, του δημόσιου τομέα με αλλά λόγια, να φέρει την σημερινή Ελλάδα έξω από τη κρίση και την αυριανή Ελλάδα στην ανάπτυξη και στον εκσυγχρονισμό. Τα συνεχή κρούσματα διάλυσης και χαλάρωσης του κρατικού μηχανισμού, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε στο παρελθόν, δεν οφείλονται πλέον σε κομματικές παρεμβάσεις όσο, κυρίως, στην έλλειψη κινήτρων, στην αδιαφορία και στην ισοπέδωση των πάντων προς τα κάτω.

Χθες, η δημόσια διοίκηση έπασχε από πολιτική/κομματική υπερτροφία. Σήμερα και αύριο θα υποφέρει από το “σύνδρομο της απαξίωσης” και έλλειψης κινήτρων. Ο αποκεφαλισμός μιας δυσλειτουργικής δημόσιας διοίκησης με πολλά μείον, ελαττώματα και ανεπάρκεια, χωρίς όμως να έχει διασφαλισθεί η συνέχεια της με την απαραίτητη εμπειρία και γνώση, θα δημιουργήσει προβλήματα στο εγγύς μέλλον. Εύχομαι και ελπίζω να διαψευσθώ.

β. Η τάξη των υπουργικών συμβούλων

Παρά τη κρίση, υπάρχει ένα είδος που εξακολουθεί να ευδοκιμεί. Οι διάφοροι  ετερόφωτοι σύμβουλοι, ειδικοί και μη. Κατακλύζουν διαχρονικά τα πάσης φύσεως Γραφεία της εξουσίας έχοντας, κατά δήλωση, αξιόλογους τίτλους σπουδών. Σπάνια όμως ξεχώρισαν για τη δυνατότητα τους να κινηθούν με ρεαλιστικό και πραγματιστικό στόχο. Εικονολάτρες, αποφεύγουν την όσμωση με τη διοίκηση, κατά κανόνα, επιδιώκουν να υποκαταστήσουν και να την αντικαταστήσουν. Διαρκούν ένα δωδεκάμηνο ή ένα εξάμηνο ανάλογα με το χρόνο που η πηγή της εξουσίας τους -υπουργός ή υφυπουργός-  μένει στη θέση της. Συνήθως αποχωρούν όπως ακριβώς έρχονται, την ίδια μέρα αποπομπής ή μετακίνησης του υπουργού. Αν ο υπουργός μετακινείται σε άλλο θώκο, τον ακολουθούν ως οιονεί “κατά πάντα και δια πάντα” γνώστες και ικανοί.

Την επόμενη μέρα έρχονται άλλοι, καινούργιοι, που πρεσβεύουν νέα συνήθως πολιτική -συνήθως με κατασταλαγμένες απόψεις για ριζική αλλαγή όταν πρόκειται για αναδόμησή στην ίδια κυβέρνηση- ανατρέποντας τη προηγούμενη. Ακολουθώντας πιστά τη προσωπική γραμμή του νέου υπουργού  στο προθάλαμο του οποίου έχουν εγκατασταθεί. “Όλα ξεκινούν σήμερα” είναι συνήθως το γενικό πρόσταγμα.

Αυτά συμβαίνουν ακόμη και σήμερα. Σε βαθμό μάλιστα ασύμβατο με την εικόνα της  ανέχειας, της κρίσης και της ανάγκης για περιστολή των λειτουργικών δαπανών του δημοσίου. Μπορεί να διασφαλισθεί με το τρόπο αυτό συνέχεια και συνέπεια;

  1. Όροι συμπεριφοράς του πολιτικού συστήματος

α. Σχέση πολιτικών με τη πόλη και τους πολίτες

Ναι είμαι απαισιόδοξος: Γιατί η μείωση του δημοσίου τομέα χωρίς ανάλογη μεταβολή των όρων λειτουργίας, δράσης και συμπεριφοράς του πολιτικού μας συστήματος δεν θα μπορέσει και δεν θα αρκέσει να φέρει την υπέρβαση, την αισιοδοξία και την ελπίδα.

Είναι εθνική ανάγκη η ιθύνουσα πολιτική τάξη, αυτή που με τη δική μας σύμπραξη και συμμετοχή κυβερνά εδώ και τέσσερεις δεκαετίες και η άλλη που ετοιμάζεται να κυβερνήσει, να δώσουν το παράδειγμα. Όταν αναφέρω αυτά σε γνωστούς μου πολιτικούς  συνήθως μου απαντούν: δεν βλέπεις ότι σήμερα έχουν γίνει τεράστιες αλλαγές, συλλαμβάνονται δικάζονται και καταδικάζονται πολιτικοί και πολιτικοί φίλοι. Συνέβαιναν αυτά χθες;

Ναι, σίγουρα είναι ένα βήμα μπρος. Αποδίδω όμως την ίδια και ακόμη μεγαλύτερη σημασία στη συνταγματική και θεσμική ανασυγκρότηση και μεταρρύθμιση των σχέσεων της Πόλης με τους Πολιτικούς και τους Πολίτες. Οι δίκες και οι καταδίκες σίγουρα δείχνουν απλά και μόνο ότι ο νόμος έχει αρχίσει να εφαρμόζεται. Όπως γίνεται σε κάθε ευνομούμενη Πολιτεία.

β. Κοινωνία δυο ταχυτήτων

Επιμένω στη σημασία και στην ανάγκη δημιουργίας προτύπων στην ελληνική κοινωνία. Προτύπων αντί κακέκτυπων. Δεν είμαστε μόνο μια οικονομία σε συνεχή ύφεση. Είμαστε μια κοινωνία με πολίτες σε καθεστώς κατάθλιψης.

Δεν είναι δυνατό, ακόμη και σήμερα, να διατηρούμε και να συντηρούμε την Ελλάδα των δυο ταχυτήτων. Τόσο έναντι της απονομής δικαιοσύνης διατηρώντας το Νόμο Περί Ευθύνης Υπουργών, όσο και με τη διατήρηση μιας ανεξέλεγκτης και παράλληλης αγοράς εργασίας που αφορά μόνο ολίγους. Δηλαδή την υπαλληλία της Βουλής. Το κύρος και το αυτοδιοίκητο της Βουλής των Ελλήνων δεν κινδυνεύουν από το Α.Σ.Ε.Π. Κινδυνεύουν, αντιθέτως από την εμπέδωση της πεποίθησης ότι στελεχώνεται με ποσόστωση “ημετέρων και υμετέρων”. Εκτός του πλαισίου που ορίζει η νομοθεσία για όλους τους άλλους, τους πολλούς, για οποιαδήποτε θέση εργασίας στον δημόσιο.

γ. Οικονομικά και χρηματοδότηση κομμάτων

Επιπλέον, τα οικονομικά των πολιτικών κομμάτων πρέπει τακτικά, ανά έτος, να ελέγχονται. Είτε από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, είτε από το Ελεγκτικό Συνέδριο. Δεν είναι προς το συμφέρον του κύρους της πολιτικής και των πολιτικών -όποιο έχει απομείνει- των ίδιων των κομμάτων, καθώς και της αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, να μην υπόκεινται σε έλεγχο. Αυτά που πρέπει να αλλάξουν είναι ανώδυνα μπρος στην οδυνηρή απαξίωση και περιφρόνηση που προκαλεί στη συνείδηση της κοινωνίας η εδραιωμένη αντίληψη για σπατάλη ή κακοδιαχείριση.

Κάτι ακόμη: αν ένας πολιτικός αρχηγός δεν μπορεί να έχει νοικοκυρεμένα τα οικονομικά ενός κόμματος, το όποιο σημειωτέον χρηματοδοτείται από τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου, πως είναι δυνατόν να του εμπιστευθούμε τα οικονομικά και τη διακυβέρνηση της χώρας;

Εάν κάποιο κόμμα δεν θελήσει η αρνηθεί τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης επί δυο συνεχή έτη, τότε αυτόματα θα αναστέλλεται η δυνατότητα της συνέχισης της χρηματοδότησης του από το Δημόσιο. Η χρηματοδότηση θα μπορεί να χορηγηθεί εκ νέου, εφόσον το συγκεκριμένο κόμμα συμμορφωθεί. Αναγνωρίζω τη σημασία και την ανάγκη μερικής χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων από το δημόσιο ταμείο. Μόνο όμως εφόσον δεχθούν τον διαχειριστικό-οικονομικό έλεγχο που άλλωστε υφίσταται οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Με άλλα λόγια, όχι δυο μέτρα και δύο σταθμά.

Επιπλέον, έχει γίνει φορολογικός έλεγχος εισοδήματος για τα λεγόμενα “επαγγελματικά κομματικά στελέχη” που μισθοδοτούνται από τα κόμματα; Έχουν υποβάλει κανονικά φορολογικές δηλώσεις τύπου Ε1; Ας γίνει ένας δειγματοληπτικός έλεγχος για τη τελευταία εικοσαετία.

Αυτό δεν είναι λαϊκισμός. Είναι δικαιοσύνη. Είναι παράδειγμα συμπεριφοράς. Έτσι δημιουργούνται πολιτικά πρότυπα. Δεν τα έχουμε σήμερα ανάγκη;

  1. Η φυγή του ανθρώπινου κεφαλαίου και της τεχνογνωσίας.

Ναι είμαι απαισιόδοξος: Γιατί εκτός από τους νέους, η σημερινή Ελλάδα διώχνει και επιτυχημένους επιστήμονες, καθηγητές, γιατρούς, μηχανικούς και τόσους άλλους για τη μόρφωση και τη κατάρτιση των οποίων έχει επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ. Η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό είναι η πιο δαπανηρή, άλλα και η πιο αποδοτική.

Προσπαθούμε να φέρουμε νέες επενδύσεις και διώχνουμε μακριά, φοβούμαι οριστικά, το ανθρώπινο κεφάλαιο, το ανθρώπινο δυναμικό στο οποίο έχουμε επενδύσει τη παιδεία, τη γνώση και την εμπειρία. Με λίγα λόγια το μέλλον μας. Το μέλλον του τόπου.

Έχει κοστολογηθεί πόσο έχει στοιχίσει στην Πολιτεία για παράδειγμα η επαγγελματική  εκπαίδευση ενός γιατρού ή ενός μηχανικού; Το άθροισμα του πραγματικού συνολικού κόστους της φυγής, του διωγμού του ανθρώπινου κεφαλαίου από την Ελλάδα τι δείχνει; Κάθε νέος επιστήμονας που φεύγει μαζί με τους χιλιάδες νέους, βάζει μια ακόμη σφραγίδα έλλειψης εμπιστοσύνης στο παρόν και στο μέλλον του τόπου αυτού. Στερεί επίσης την Ελλάδα του 21ου αιώνα από καινούργιες και καινοτόμες ιδέες. Αντίθετα, είναι μια έτοιμη μονάδα σκέψης, παραγωγής και ανάπτυξης στις χώρες υποδοχής.

  1. Ο πολιτισμός

Απαντώ ναι: Γιατί σ’ αυτήν τη χώρα φεύγει, διώκεται και ο πολιτισμός. Το κατ’ εξοχήν δηλαδή αγαθό που δίνει διαχρονικά στην Ελλάδα την προστιθέμενη αξία που της λείπει.

Το βιβλίο, η ιστορία, το θέατρο και ο πολιτισμός είναι μεταξύ των θυμάτων της δικής μας στάσης και θέσης για να προσαρμοσθούμε προς τις απαιτήσεις των δανειστών μας.

Τρία παραδείγματα έχω υπόψη μου:

α. Το Αρχαιολογικό Μουσείο της Νεμέας, όπως με αγωνία έκρουσε προ μηνών το κώδωνα του κινδύνου ο καθηγητής Στέφαν Μίλλερ, κινδύνευε να κλείσει λόγω έλλειψης κονδυλίων για τη πρόσληψη φυλάκων.

β. Πριν από μερικούς μήνες ήμουν στη Θεσσαλονίκη. Πληροφορήθηκα ότι το  Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα, που δεν είναι μόνο Μουσείο άλλα έχει το πληρέστερο αρχείο για το Μακεδονικό Ζήτημα, κινδύνευε και αυτό να κλείσει λόγω έλλειψης πόρων.

γ. Κλείνει, κατά τα δημοσιευθέντα, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Αν αυτός δεν είναι ο ορισμός της πολιτισμικής παρακμής, τότε αλήθεια ποιος είναι; Τι νόημα έχει να βελτιώσουμε την οικονομική μας ανταγωνιστικότητα αν δεν έχουμε τις σταθερές αξίες και τον πολιτισμό μας;

Προτείνω μια λύση που θα έχει εκτιμώ δημοσιονομικό αποτέλεσμα ισοδύναμο της δαπάνης που απαιτείται για τη συντήρηση των δύο Μουσείων και τη διάσωση του Ε.ΚΕ.ΒΙ.: Να περισκοπούν δύο θέσεις συμβούλων, ειδικών συμβούλων κλπ. από όλα τα υπουργικά και υφυπουργικά γραφεία, οι οποίες μάλιστα αυξήθηκαν με πρόσχημα και την ελληνική προεδρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο κόσμος γύρω μας και εμείς

  1. Η μελαγχολία και κραυγή αγωνίας ενός διπλωμάτη

α. Επιπτώσεις της κρίσης στη διεθνή εικόνα της Ελλάδας

Δεν κρύβω ότι ανήκω σ’ αυτούς που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την εικόνα της σημερινής Ελλάδας:

Χωρίς ή με περιορισμένη οικονομική ανεξαρτησία, με περιορισμένη ή υπό επιτήρηση και εποπτεία εθνική κυριαρχία, πολιτικά αδύναμη στην φυσική της οικογένεια στην Ευρώπη. Με μειωμένο κύρος και αξιοπιστία στα Βαλκάνια.

Δεν θυμάμαι ποτέ στα τελευταία σαράντα χρονιά, μετά τη κατάρρευση της δικτατορίας, η Ελλάδα να δέχθηκε τέτοια υποβάθμιση και τόσα πολλά κτυπήματα στη διεθνή της εικόνα. Η δύναμη και η αξιοπιστία μιας χώρας δεν μετριέται μόνο με το αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων της. Εξαρτάται και από το τρόπο που μας υπολογίζουν ή δεν μας υπολογίζουν οι άλλοι.

Εξαρτάται από τη ηγεσία, από το ηθικό και από το κύρος. Είμαστε τουλάχιστον για μια τριετία πρωτοσέλιδο στο διεθνή τύπο. Η απαξιωτική και σκωπτική διάθεση δεν αφορούσε μόνο στο κράτος άλλα έπληξε και εθνικά μας χαρακτηριστικά.

Η επιδείνωση της διεθνούς εικόνας της Ελλάδος -παρά τα όσα ισχυρίζονται ορισμένοι- έχει επηρεάσει και την εξωτερική της πολιτική. Έχει επίσης αρνητικά επιδράσει στις δυνατότητες της για διαμόρφωση ευνοϊκών ή αν προτιμάτε κατάλληλων συνθηκών για τη προώθηση των συμφερόντων μας.

Δεν είναι  σίγουρα η πρώτη φορά που η Ελλάδα βρέθηκε στο στόχαστρο των διεθνών μέσων ενημέρωσης. Αυτό είχε συμβεί και στο παρελθόν, κατά τις τέσσερις δεκαετίες της μεταπολίτευσης. Ποτέ όμως δεν πέσαμε τόσο χαμηλά, για τόσο μεγάλο διάστημα και στα μάτια και χείλη τόσων πολλών.

β. Η πτώση αυτή και οι συνέπειες της είναι ορατές ακόμη και σήμερα .Πάρα το γεγονός ότι υπάρχει αναμφίβολα βελτίωση, σε σύγκριση με τη περίοδο 2009-2012, στη διεθνή εικόνα  και κυρίως στην άξια και σημασία της  θέσης της χώρας. Όπως εξηγώ  πιο κάτω, το σημαντικότερο ρόλο στην αναβάθμιση της σημασίας του Ελλαδικού χώρου έπαιξαν και παίζουν  οι δραματικές και απρόοπτες ως προς το βάθος χρόνου και τις επιπτώσεις εξελίξεις στην Μέση Ανατολή και Βόρειο Αφρική.

Ενδεικτικά και μόνο καταγράφω ορισμένες περιπτώσεις:

β1) Υπογραφή  διεθνούς συμφωνίας χωρίς διαπραγμάτευση : Όταν η δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της χώρας μου αποδέχεται και υπογράφει απροετοίμαστη και χωρίς επεξεργασμένη στρατηγική πρόβλεψη ή έστω μέθοδο τακτικής, χωρίς καν να την έχει διαβάσει και συζητήσει μια  επαχθή διεθνή συμφωνία, αυτό δεν αποτελεί ένα “πρότυπο”, ένα μοντέλο διαπραγματευτικής συμπεριφοράς;

Αφήνω στην άκρη το περιεχόμενο της πρώτης δανειακής σύμβασης. Εξετάζω μόνο το τρόπο “διαπραγμάτευσης” και συνομολόγησης της. Θυμίζει περισσότερο τη Συμφωνία Ειρήνης των Παρισίων (συμφωνία μεταξύ νικητών και ηττημένων), ο τρόπος με τον όποιο επεβλήθη στην Ελλάδα. Αυτή είναι η ευρωπαϊκή εμπειρία. Καλό θα ήταν να το υπενθυμίζαμε σε όλους εκείνους που εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη και συμφέρον είναι έννοιες ασυμβίβαστες. Ειδικά στην Ευρώπη.

β2) Όταν ο πρωθυπουργός της χώρας μου υφίσταται ανελέητο σφυροκόπημα από τους φυσικούς μας εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση -αποφεύγω να χρησιμοποιήσω τη λέξη ταπείνωση- επειδή ανακοίνωσε ότι θα προσφύγει σε δημοψήφισμα, το πιο δημοκρατικό τρόπο έκφρασης της ελεύθερης βούλησης των πολιτών τι σημαίνει; Είναι αυτή χώρα με κύρος και αξιοπρέπεια;

Διαβάζω τις περιγραφές, ακριβείς ή κατά προσέγγιση της αληθείας, Ευρωπαίων πολιτικών για το τρόπο που αντιμετωπίσθηκε η Ελλάδα στη Συνάντηση Κορυφής της Νίκαιας και διερωτώμαι πως είναι δυνατό να υποστηρίζεται ότι δεν έχει υποστεί ζημιά η διεθνής εικόνα της πατρίδας μου;

β3) Όταν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, την ίδια περίοδο,  αντιμετωπιζόταν παγερά και περίπου απαξιωτικά από τους ομογάλακτους πολιτικούς ηγέτες της Ευρώπης απλά και μόνο διότι προέβαλε τότε μια άλλη πολιτική, αυτό δεν δείχνει μείωση του κύρους της χώρας;

β4) Το ράπισμα της Χάγης : Το Δεκέμβριο του 2011, η Ελλάδα υπέστη μια διπλωματική ήττα στη Χάγη. Καταδικάσθηκε από το Διεθνές Δικαστήριο, μετά από τη γνωστή προσφυγή της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Το κράτος που ορισμένοι με περιφρόνηση αποκαλούν “μόρφωμα” και άλλοι “κρατίδιο”.

Το κράτος αυτό επωφελήθηκε και από τις δικούς μας εσφαλμένους χειρισμούς και δικαιώθηκε. Η Ελλάδα καταδικάσθηκε. Προσθέτω ότι το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ήταν ο θεσμός-πυλώνας της εξωτερικής μας πολιτικής μετά τη μεταπολίτευση.

β5) Χωρίς κύρος και εκτός των διεργασιών στα Βαλκάνια  : Η Ελλάδα στη κρίσιμη αυτή περίοδο περιθωριοποιήθηκε πολιτικά σε επικίνδυνο σημείο στα Βαλκάνια. Τη περιοχή δηλαδή που θεωρούσε ως ναυαρχίδα των επιτυχιών της εξωτερικής της πολιτικής, περίπου για μια δεκαπενταετία. Περιθωριοποιήθηκε κυρίως πολιτικά. Είναι θετικό δείγμα αυτογνωσίας και ρεαλισμού το γεγονός ότι, ευτυχώς, αγνοήθηκε από τη κυβέρνηση η  με τυμπανοκρουσίες ανακοινωθείσα τον Οκτώβριο 2009  “ΑΤΖΕΝΤΑ 2014”, στην οποία άλλωστε η σημερινή Ελλάδα λίγα  θα μπορούσε να προσφέρει. Ιδίως σε σύγκριση με μια άλλη Ελλάδα…

Ένοιωσα ταπεινωμένος όταν τον Ιούνιο 2012, κατά τη διάρκεια ενός διεθνούς συνεδρίου στη Σόφια, άκουσα να χαρακτηρίζεται από τους βαλκάνιους γείτονες της η Ελλάδα σαν “failed state” (κράτος αποτυχία). Χαρακτηρισμός που χρησιμοποιείται για κράτη του μεγέθους του Αφγανιστάν, της Σομαλίας κλπ.

Επιπλέον η εκ μέρους της Αλβανίας υπαναχώρηση από τη Συμφωνία του 2009 για τις Θαλάσσιες Ζώνες αποτέλεσε, μεταξύ των άλλων λόγων, επίδειξη  πολιτικής αυτοπεποίθησης και αίσθησης ισχύος εκ μέρους των Τιράνων.

Επίσης, η Ελλάδα είναι απούσα -διότι έτσι επέλεξε- από τη κρίσιμη διαδικασία συμφιλίωσης μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου και άβουλη στη κρίση της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης. Κρίμα.

β6) Κυπριακό:  Διόλου τυχαία, το Κυπριακό  μπαίνει στη πιο κρίσιμη καμπή μετά το 2004. Η Ελλάδα, όπως άλλωστε και η Κυπριακή Δημοκρατία, έχει μεν τη βούληση, πλην όμως δεν έχει τη στιγμή αυτή τη διαπραγματευτική ισχύ, το πολιτικό-διπλωματικό πλεόνασμα κεφαλαίου και την εμβέλεια που είχε στο παρελθόν. Δεν αμφισβητώ προθέσεις. Στέκομαι μόνο στο πλέγμα των παραμέτρων που προσδιορίζουν τη λεγόμενη “διαπραγματευτική ισχύ”. Η οικονομία, το κύρος και αξιοπιστία είναι ουσιώδεις παράμετροι του προσδιορισμού της. Δεν θα επεκταθώ.

Ευτυχώς , η στάση  κυρίως του Τάσου Παπαδόπουλου το 2004, σε συμφωνία και συνεννόηση στη Λουκέρνη με το Κώστα Καραμανλή και το Πέτρο Μολυβιάτη, απέδειξε ότι υπάρχει πάντοτε ελπίδα. Ότι υπάρχει πάντα μια ευκαιρία μετά τη λεγόμενη “τελευταία ευκαιρία”. Το δημοψήφισμα είναι για μια ακόμη φορά η ισχυρότερη και ασφαλέστερη δικλείδα ασφαλείας.

Μια κακή λύση θα προκαλέσει περισσότερα προβλήματα στη Κύπρο, στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Νότιο-Ανατολική Μεσόγειο σε σύγκριση με τη παράταση της σημερινής κατάστασης.

Συνεκτιμώ βέβαια ότι και η Άγκυρα, λόγω της αλαζονείας, της καθεστωτικής πρακτικής και του ιδεολογικό-θρησκευτικού πλαισίου δράσης και αντίδρασης του κ. Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται τη στιγμή αυτή σε  δυσχερή θέση στο εσωτερικό, σε μειονεκτική θέση στη Μέση Ανατολή (προβληματικές σχέσεις με Συρία, Ισραήλ, Αίγυπτο) και σε περίοδο με ερωτηματικά στις σχέσεις της με την Ουάσιγκτον.

Εν τούτοις, θα ήταν σοβαρό σφάλμα να υποθέσει ή να εκτιμήσει κάποιος ότι στο Κυπριακό ο κ. Ερντογάν σήμερα είναι εύκαμπτος σε σχέση με το 2004. Η όψιμη και αναγκαστική του σύμπλευση με το κατεστημένο, τον φέρνει σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη πιο άκαμπτη θέση ειδικά στο ζήτημα της Κύπρου. Αυτό άλλωστε δεν υπάρχει και ειδικός λόγος να αιτιολογηθεί.

β7) Επίσης, παρά τις όποιες σοβαρές διαφορές τους, Ουάσιγκτον και Άγκυρα με τη συνδρομή και του Λονδίνου, είχαν κατά κανόνα κοινό τόπο σε σχέση με τη λεγόμενη πολιτική λύση του Κυπριακού.

Κλείνω με μια παραίνεση: Τόσο η Αθήνα όσο και η Λευκωσία να ρίξουν το ειδικό βάρος των δράσεων τους στο Κογκρέσο. Η ρήξη Τουρκίας-Ισραήλ μπορεί να πολλαπλασιάσει τα οφέλη της στήριξης που σε συγκεκριμένες περιστάσεις είχαμε στο CAPITOL HILL. Η στήριξη από το Κογκρέσο ήταν η “προστιθέμενη δύναμη της Ελλάδος” στην Ουάσιγκτον. Όταν βέβαια είχαμε τη διάθεση να ασχοληθούμε και να τρέξουμε, καθώς και τα αναγκαία μέσα .

β8) Ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες που προσδιορίζουν τη σημερινή αποτύπωση ισχύος και κύρους, είναι δεδομένο ότι η απόλυτη σήμερα οικονομική εξάρτηση από τους δανειστές μας επηρεάζει και τα όρια της πολιτικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Μια χώρα είναι ή έστω συμπεριφέρεται ως κυρίαρχη όταν μπορεί να  εξαγγείλει δημοψήφισμα ή εκλογές όταν εκείνη το αποφασίζει και όχι ευθυγραμμιζόμενη με τη βούληση εταίρων και δανειστών.

Εν τούτοις, ειδικά στη σημερινή Ελλάδα, ο ρόλος της ηγεσίας είναι καίριος. Γιατί; Αν η ηγεσία, οι κατά συνθήκην πολιτικοί ηγέτες, μπορούν να πείσουν και να εμπνεύσουν  παρά τις αντιξοότητες και δυσκολίες, αν μπορούν να δώσουν ελπίδα και όραμα, αν μπορούν να αποτελέσουν πρότυπα  ήθους και αξιοπρέπειας, κύρους και συμπεριφοράς, τότε και μόνο τότε μπορούν να κινητοποιήσουν τη κοινή γνώμη και να στηριχθούν στο λαό.

Είναι θλιβερό στη χώρα που γέννησε τον ορισμό της πολιτικής στην υπηρεσία της αρετής και του πολίτη, σήμερα, δυστυχώς, να υπάρχει τέτοιο χάσμα μεταξύ πολιτικών και πολιτών. Το χάσμα αυτό έχει επιπτώσεις και στις δυνατότητες χειρισμού κρίσιμων θεμάτων εξωτερικής πολιτικής .

Ιδιαίτερα μάλιστα όταν στην Ελλάδα ο συμβιβασμός , έννοια-βάση κάθε διμερούς ή διεθνούς συμφωνίας, ερμηνεύεται ως μειοδοσία ή προδοσία. Αυτή τη παράμετρο ας μη τη λησμονάμε.

  1. Η Ελλάδα, η Ευρώπη και ο κόσμος γύρω μας

α. Βαλκάνια

Στα Βαλκάνια, μετά τρεις βαλκανικούς πολέμους στον εικοστό αιώνα, δυο στην αρχή και ένα δεκαετή στο τέλος, η διαδικασία επούλωσης των πληγών έχει μεν  ξεκινήσει αλλά δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Οι εχθροί του χθες ενώνουν τις δυνάμεις τους για να συνδιαμορφώσουν την διαδικασία συμφιλίωσης. Το να μαθαίνεις να ζεις ειρηνικά με τους (νέους) γείτονες σου δεν είναι εύκολη υπόθεση.

Παρά την οικονομική, πολιτική ασυμμετρία και το βαθύ χάσμα ανάμεσα στον ευρωπαϊκό Βορρά και Νότο, η διαδικασία της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία θεμελιώθηκε επί Ελληνικής Προεδρίας στη Συνάντηση Κορυφής της Θεσσαλονίκης το 2003, προσφέρει πράγματι μια εναλλακτική πορεία. Η πόρτα της Ε.Ε. είναι ανοικτή σε όσα κράτη πληρούν τα κριτήρια και τις προδιαγραφές της. Με άλλα λόγια, είναι ανοικτή σε όσους επιθυμούν να σεβαστούν τους κανόνες του παιχνιδιού.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν ακόμα ηγεσίες οι οποίες συμπεριφέρονται αναχρονιστικά. Ο Πρωθυπουργός κ. Γκρουέφσκι στα Σκόπια και το πολιτικό του καθεστώς είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η διαδικασία ένταξης στην ΕΕ αποτελεί την συγκολλητική ουσία, το ισχυρότερο εργαλείο ήπιας ισχύος (soft power) για τον εκδημοκρατισμό και τη προώθηση μεταρρυθμίσεων. Επίσης, για την επίλυση ανοικτών διαφορών και συγκρούσεων στις οποίες εμπλέκονται τα υποψήφια κράτη-μέλη.

β. Οι ανατροπές στη Μέση Ανατολή

Αυτό είναι κάτι που πραγματικά απουσιάζει από την περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Δυστυχώς η Ευρώπη είναι και πάλι διχασμένη όπως ήταν και την δεκαετία του 1990. Υπάρχουν αντικρουόμενα εθνικά συμφέροντα ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Η στάση τους στην συνεχιζόμενη  εξέγερση και ανατροπή στον Αραβικό κόσμο δεν φανερώνει μόνο το έλλειμμα πραγματικής ηγεσίας. Δείχνει κυρίως ότι είμαστε μακριά από τη κοινή εξωτερική πολιτική. Αν δεν υπάρχει κοινή πολιτική για τις διεθνείς μας σχέσεις πως άραγε μπορεί να ενισχυθεί ο πυλώνας της στρατιωτικής συνεργασίας;

γ. Η Ευρώπη απούσα από τις εξελίξεις

Η απουσία Ευρωπαϊκής συνείδησης και οράματος αποτελεί ένα σημαντικό πλήγμα για την γενιά μου η οποία οραματίστηκε μια άλλη Ευρώπη. Μια Ευρώπη πολύ διαφορετική σε σύγκριση με τις τωρινές της δυνατότητες και ικανότητες αλλά και τη δημόσια εικόνα της. Τόσο εκτός όσο και εντός των συνόρων.

Σαν Έλληνας διπλωμάτης γνωρίζω ότι δεν ζούμε σε έναν όμορφο, αγγελικά πλασμένο και ηθικό κόσμο. Όπου οι κανόνες καλής γειτονίας και συμπεριφοράς και το δίκαιο υπερισχύουν της αδικίας. Όπου τα δίκαια των εθνών και λαών ικανοποιούνται με βάση μια αυτόματη ανταποδοτική συνταγή. Την συνταγή του ΟΗΕ και του διεθνούς δικαίου.

Από τη εποχή του Θουκυδίδη μέχρι σήμερα ισχύει ο νόμος του συμφέροντος και του ισχυρού. Επιπλέον, η έννοια του συμφέροντος μεταβάλλεται σε σχέση με το χρόνο, με τη συγκυρία, με τους παίκτες και σε σχέση με το περιεχόμενο.

Εκτιμώ επίσης ότι πέραν των κρατικών δομών, οι περιφερειακοί άλλα και οι διεθνείς οργανισμοί -μεταξύ των οποίων και ο ΟΗΕ- εξαναγκάζονται  να συμμορφωθούν με τις επιταγές των λεγόμενων “μηχανισμών της αγοράς” η απλά της αγοράς. Οι αγορές  ασκούν καταλυτική παρέμβαση στις κυβερνήσεις, τις ξεπερνούν, τις νικούν, τις υποτάσσουν. Εν τέλει μέσω εμφανών μηχανισμών τις διοικούν.

Κατά κοινή παραδοχή των ηγετών της, η Ευρωπαϊκή Ένωση απεδείχθη ανίκανη και ανίσχυρη να προλάβει ή έστω να αντισταθεί στις λεγόμενες “εταιρείες αξιολόγησης” (rating agencies). Επίσης, η Παγκόσμιος Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο λειτουργούν με τη σειρά τους στη “λογική των αγορών”.

Ο τρόπος που λειτουργεί -δυσλειτουργεί στη πράξη- το Συμβούλιο Ασφαλείας, που αντανακλά τα παρωχημένα δεδομένα και τις ισορροπίες του 1945, αντανακλά κυρίως  σήμερα τη σύγκρουση οικονομικών προτεραιοτήτων και συμφερόντων. Στη κορυφή βρίσκονται οι κάθε μορφής ενεργειακοί πόροι, οι πρώτες ύλες και οι οδοί μεταφοράς τους.

δ. Ευκαιρίες για την Ελλάδα

Αυτά που συμβαίνουν στα νότια και νοτιοανατολικά σύνορα μας εκτιμώ ότι θα έχουν  καταλυτικές επιπτώσεις στην Ευρώπη και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Δεν έχω υπόψη μου μόνο τη μετανάστευση η οποία σήμερα, λόγω και της οικονομικής κρίσης και ανέχειας, συνιστά κορυφαίο θέμα της εσωτερικής πολιτικής των κρατών-μελών.

Οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή βρίσκονται μόνο στην αρχή. Δεν μπορώ να εκτιμήσω τη διάρκεια τους ούτε να προβλέψω σε βάθος χρόνου. Σίγουρα, τουλάχιστον πάνω από δύο δεκαετίες. Η ανατροπή και η αβεβαιότητα αντικατέστησαν τη σταθερότητα. Την “άβολη σταθερότητα” που εγγυώνται οι βασιλικές και οι οικογενειακές δυναστείες και  οι υπό στρατιωτική εποπτεία “δημοκρατίες”.

Εν τούτοις, η Ελλάδα τόσο σαν χώρος όσο και σαν χώρα, μπορεί να ωφεληθεί από την ρευστότητα αυτή. Για μια ακόμη φορά, χάρις στη πολιτικό-γεωγραφική μας θέση, είμαστε το προχωρημένο παρατηρητήριο-βάση του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Ν.Α. Μεσόγειο.

Αν το καταλάβουμε, τότε μόνο μπορούμε να αξιοποιήσουμε τη προστιθέμενη αξία, την υπεραξία που έχει σήμερα ολόκληρη η Ελλάδα και η Κρήτη με τη Σούδα ειδικότερα.

Παρά της έλλειψη εθνικού οράματος, συναίνεσης για το τι έφταιξε, τι φταίει κυρίως όμως για το τι μπορεί και πρέπει να γίνει σε συνδυασμό με την απουσία κοινωνικής συνοχής, επιχειρηματολογώ ότι έχουμε σοβαρά, πραγματικά γεωστρατηγικά διπλωματικά όπλα.

Σοβαρότερα και σημαντικότερα για τα συμφέροντα των συμμάχων μας, από εκείνα για τα οποία εμείς επιδιώκουμε συχνά μάταια τη δική τους στήριξη. Για να είμαι δε σαφέστερος, θα μας αρκούσε όχι η στήριξη αλλά η δική τους ουδετερότητα στα θέματα που εμείς, διότι έτσι κρίνουμε, είναι στη κορυφή της κλίμακας των συμφερόντων μας.

Είναι σαφές ότι, όσο εντείνεται η ρευστότητα και η αβεβαιότητα στη ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, τόσο ενισχύεται η γεωπολιτική αξία και η σημασία του Ελλαδικού χώρου.

Μερικές προτάσεις. Τι Πράττειν;

Α) Γενναία αναθεώρηση του Συντάγματος

Πιστεύω στην ανάγκη ριζικής, γενναίας αναθεώρησης του Συντάγματος, η οποία θα βοηθήσει τη “ΠΟΛΙΤΙΚΗ” και το πολιτικό σύστημα να ανακτήσουν τη χαμένη τους αξιοπιστία. Η αξιοπιστία της Βουλής και κάθε βουλευτή θα ενισχυθούν στο μέτρο που θα αφεθούν οι εκλεγμένοι μας αντιπρόσωποι να μιλούν και να ψηφίζουν κατά συνείδηση και όχι υπό την απειλή της διαγραφής. Όπως το Σύνταγμα μεν ορίζει, πλην όμως η “δαμόκλειος σπάθη” της κομματικής διαπόμπευσης και διαγραφής έχει στη πράξη αναιρέσει..

Αναφέρθηκα ήδη με συγκεκριμένες προτάσεις στη σημασία ελέγχου των οικονομικών των κομμάτων, καθώς και στο πολιτικό μήνυμα που θα έπρεπε να εκπέμπει η καλή και χριστή διαχείριση.

Επίσης, στην ανάγκη υπαγωγής της καθεστώτος υπαλληλίας της Βουλής στο ΑΣΕΠ.

Β) Κατάργηση της Ελλάδας των δυο ταχυτήτων

Η Αξιοπιστία του πολίτικου μας αντιπροσωπευτικού συστήματος ταυτίζεται κυρίως με τη κατάργηση κάθε μορφής ασυλιών και προνομίων, θεμέλιο της οικοδόμησης της Ελλάδας δυο ταχυτήτων. Αυτή η Ελλάδα είναι σήμερα ασυμβίβαστη με την εικόνα που εκπέμπει η χώρα μας τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων.

Η κατάργηση του Νόμου Περί Ευθύνης Υπουργών αποτελεί πρόκριμα και αναγκαία συνθήκη για την ανάκτηση της αξιοπιστίας πολιτικών και κομμάτων . Η αναξιοπιστία του συστήματος όπως πλέον ευρέως αναγνωρίζεται έχει σχέση αίτιου και αιτιατού με τη διατήρηση του Νομού.

Η λογοδοσία  και η απολογία πρέπει να είναι ο κανόνας  και όχι η εξαίρεση. Επίσης, η αναβάθμιση του ρόλου του Βουλής  και του βουλευτή. Η παράκαμψη της Βουλής με τη προσφυγή στις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, μπορεί μεν να βοήθησε τις πολιτικές σκοπιμότητες της στιγμής –καίτοι διατηρώ αμφιβολίες- αλλά αποδυνάμωσε στη πιο κρίσιμη στιγμή της μεταπολεμικής ελληνικής ιστορίας το ρόλο του Κοινοβουλίου και του βουλευτή. Ως εκπροσώπου της συνείδησης και της ψήφου μας και όχι σαν εκτελεστή της κομματικής γραμμής.

Γ) Εκλογή  Προέδρου της Δημοκρατίας με άμεση και καθολική ψηφοφορία

Ήλθε η στιγμή να προχωρήσουμε επίσης στη αναθεώρηση των άρθρων του Συντάγματος σε σχέση με την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες σήμερα επιβάλλουν την εκλογή του Προέδρου με άμεση και καθολική ψηφοφορία. Επίσης, χρειάζεται να περιβληθεί με ουσιαστικές παρεμβατικές και ρυθμιστικές αρμοδιότητες. Το ζήτημα δεν αφορά στο πρόσωπο. Αφορά κυρίως στο ρόλο και στις αρμοδιότητες.

Δ) Πάταξη ατιμωρησίας και συγκάλυψης στο Δημόσιο

Η συνηθισμένη ατιμωρησία, η ανοχή και η συντεχνιακή συμπεριφορά στο ευρύτερο Δημόσιο μπορεί να κτυπηθεί και να μειωθεί εάν η πλειοψηφία στη σύνθεση των Υπηρεσιακών  και Πειθαρχικών Συμβουλίων, από τη πρώτη μάλιστα βαθμίδα κρίσης, προέρχεται από δικαστικούς.

Αναγνωρίζω ότι με το Νόμο 4057/2012  έγινε ένα βήμα προς τα μπρος. Χρήσιμη επίσης και η εν συνεχεία επί το αυστηρότερο συμπλήρωση του με τους διαδοχικούς Νόμους 4210 και 4211 του Νοεμβρίου 2013.

Από τη προσωπική μου εμπειρία στο Υπουργείο Εξωτερικών μπορώ να καταθέσω την εμπειρία μου ότι, ενόσω παράλληλα και ταυτόχρονα δεν καταργείται ο Νόμος Περί Ευθύνης Υπουργών, η εφαρμογή του νέου αυτού νομοθετικού πλαισίου για το  Πειθαρχικό Δίκαιο των Δημοσίων Υπαλλήλων θα εξακολουθεί να πάσχει. Πρέπει να αποκλεισθεί κάθε δυνατότητα ο πολιτικός προϊστάμενος να  έχει τη δυνατότητα  να   υποβαθμίσει περιπτώσεις σοβαρών παραπτωμάτων. Ιδίως εάν αισθανθεί ότι απειλούνται   το κύρος, η ευθυκρισία του, οι διοικητικές του ικανότητες και η ορθότητα των αποφάσεων του. Συνεπώς η θέση του.

Επιπλέον, δεν είναι κατανοητό να διώκονται οι κρατικοί λειτουργοί μόνο για παραπτώματα κακοδιαχείρισης , κλπ. και να μένουν στο απυρόβλητο εκείνοι που με τις πράξεις ή τις παραλήψεις τους έσφαλαν σε χειρισμούς. Τα συμφέροντα της χώρας δεν είναι μόνο οικονομικής ή διαχειριστικής υφής.

Να γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για αλλαγή νοοτροπίας και συμπεριφοράς στο Δημόσιο, χωρίς τη ταυτόχρονη κατάργηση ή έστω αλλαγή του Νομού περί Ευθύνης Υπουργών.

Ε) Συνέχεια στην εξωτερική πολιτική

Στη χάραξη εθνικής εξωτερικής πολιτικής, πρέπει να διασφαλισθεί  θεσμικά  η γνώση του χθες, η εκτίμηση του σήμερα και η προετοιμασία και πρόβλεψη του αύριο.

Συχνά ακούμε ότι λείπει η συνέπεια. Εγώ επιμένω ότι λείπει κυρίως η συνέχεια. Την απουσία γνώσης ορισμένων περιστατικών τη πληρώσαμε ήδη πρόσφατα.

Η γνώμη, η άποψη του ενός, όσο ικανός και αν είναι, όποιος και αν είναι, Υπουργός ή Διπλωμάτης, δεν μπορεί να υποκαθιστά τη γνώση των πολλών. Χρειάζεται θεσμική διαδικασία και έλεγχος. Όποιος δεν γνωρίζει το ιστορικό η διπλωματικό χθες, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το σήμερα και να προβλέψει το αύριο.

Επίσης κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι γνωρίζει τα πάντα. Όσο η πολιτική, της εξωτερικής πολιτικής περιλαμβανομένης, δεν διέπεται από αυστηρό θεσμικό πλαίσιο που θα προσδιορίζει το πως, πότε, ποιος και γιατί, τόσο οι προσωπικές επιλογές θα υποκαθιστούν τη συλλογική και αποτελεσματική δράση. Δεν είναι θέμα συνεπώς γνώμης άλλα γνώσης.

Η διπλωματία, όπως άλλωστε και η πολιτική, κρίνεται από το αποτέλεσμα. Οι προθέσεις δεν αρκούν.

ΣΤ) Σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας υπό τον Πρωθυπουργό

Θεωρώ αναγκαία και επιθυμητή την αναβάθμιση και επαναπροσανατολισμό του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής. Θυμίζω ότι ήταν προϊόν επίπονων διαβουλεύσεων και συνεστήθη ταυτόχρονα σχεδόν με την Επιτροπή Διαχείρισης Κρίσεων του ΚΥΣΕΑ μέσα στο φορτισμένο κλίμα πολιτικών αιτιάσεων  και δημοσίων αντεγκλήσεων που είχε σαν χρονική αφετηρία το χειρισμό της κρίσης των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996.Το ΕΣΕΠ ,τελικά ,συνεστήθη με το Νόμο 3122/ 9.4.2003 , κατ’ εφαρμογή της σχετικής πρόνοιας  της παραγράφου 4 του Άρθρου 82 του Συντάγματος.

Παρά τις όποιες αδυναμίες, που θα μπορούσαν να είχαν αντιμετωπισθεί στη πορεία, το Ε.Σ.Ε.Π. λειτούργησε σωστά για τα ελληνικά δεδομένα σαν όργανο ανάλυσης, ενημέρωσης και ανταλλαγής απόψεων. Συγκαλείται από τον εκάστοτε Υπουργό Εξωτερικών με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των Πολιτικών Αρχηγών ,χωρίς δυστυχώς τη συμμετοχή εκπροσώπου του Κ.Κ.Ε . πολλοί εκ των οποίων πρώην ή μέλλοντες Υπουργοί Εξωτερικών. Επίσης, με τη συμμετοχή ανωτάτων στελεχών της διπλωματικής υπηρεσίας. Δεν λειτούργησε όμως σαν υπερκομματικό, διακυβερνητικό  Όργανο Σχεδιασμού .

Επίσης, γεγονός αξιοσημείωτο και αξιομνημόνευτο για τα ελληνικά δεδομένα, δεν είχαμε μέχρι σήμερα περιπτώσεις διαρροών ή δημοσιοποίησης κειμένων. Άρα, όταν η ευθύνη της γνώσης  των χειρισμών και της ανάλυσης διαχέεται, δημιουργεί αντανακλαστικά υπευθυνότητας.

Ήλθε όμως η στιγμή να μετατραπεί σε Μόνιμο Όργανο Πρόβλεψης, Σχεδιασμού και Πολιτικής. Αν μη τι άλλο, τούτο επιβάλλουν δυο νέες παράμετροι:

Πρώτον, οι άνευ ιστορικού προηγούμενου εξελίξεις και ανατροπές στην ευρύτερη περιοχή της Εγγύς και Μέσης Ανατολής μέχρι το Περσικό κόλπο -που επηρεάζουν και τη θέση και πολιτική της Τουρκίας στη περιοχή- και δεύτερον, η βεβαιότητα ότι έχει παρέλθει  η εποχή των μονοκομματικών κυβερνήσεων στην Ελλάδα. Τα  διάφορα όργανα και θεσμοί που έχουμε, μεταξύ των οποίων και το ΕΣΕΠ, είναι προϊόντα μιας άλλης εποχής, μιας άλλης πολιτικής ισορροπίας και διαφορετικών πραγματικών συνθηκών.

Προτείνω να μετεξελιχθεί σε Εθνικό Συμβουλίου Εξωτερικών και Άμυνας. Να υπάγεται και να συγκαλείται υπό τον εκάστοτε Πρωθυπουργό σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών. Όποιος αρχηγός δεν επιθυμεί να συμμετέχει θα φέρει το βάρος της αιτιολόγησης της “πολιτικής της άδειας καρέκλας”.

Έχω συζητήσει τη πρόταση μου με αρκετούς πολιτικούς, οι ενστάσεις συνοψίζονται σε δυο ταυτόσημου περιεχομένου φράσεις .

Από τη κυβέρνηση: δεν μπορεί η κυβέρνηση να φέρει το πολιτικό κόστος των αποφάσεων στην εξωτερική πολιτική και η αντιπολίτευση να επικρίνει τους χειρισμούς. Η κυβέρνηση έχει εκλεγεί για να εφαρμόσει τη πολιτική της και όχι να την εξαρτά από την αντιπολίτευση.

Από τη αντιπολίτευση: δεν μπορεί η αντιπολίτευση να μοιράζεται το κόστος για κυβερνητικές αποφάσεις με τις όποιες διαφωνεί. Δεν μπορεί να παρέχει πολιτική κάλυψη στη κυβέρνηση και να είναι “συνυπεύθυνη”.

Και οι δυο προφάσεις αποτελούν χαρακτηριστικά συμπτώματα του πολιτικού  συστήματος που θα άρμοζε ίσως σε μια άλλη Ελλάδα. Σήμερα όμως;

O αντίλογος και τα αντεπιχειρήματα είναι τα εξής :

  1. Διασφαλίζεται η συνέχεια της γνώσης, αναγκαίο υπόβαθρο μιας άρτιας ανάλυσης. Η συνέπεια θα ακολουθήσει σχεδόν αυτόματα.
  1. H κυβέρνηση κυβερνά και αποφασίζει και η αντιπολίτευση ελέγχει. Δεν ωφελούνται αμφότερες από την ευρύτερη δυνατή ανάλυση, συζήτηση και μακροχρόνιο σχεδιασμό, ακόμη και συναίνεση έστω “κεκλεισμένων των θυρών”;
  1. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό για “κίνδυνο δημοσιοποιήσεων και αντεγκλήσεων” χάριν πολιτικής σκοπιμότητας. Γιατί οι ίδιοι οι πολιτικοί αρχηγοί να μην θέλουν να επιδείξουν τη σύνεση και την υπευθυνότητα που επιδεικνύουν οι εντεταλμένοι εκπρόσωποι τους στο ΕΣΕΠ;

Το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικών και Άμυνας θα  μπορεί επίσης να συγκαλείται και υπό τη συμπροεδρία των Υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας για θέματα πληροφόρησης και συντονισμού. Με τη συμμετοχή εκπροσώπων των κομμάτων.

Γραμματέας του θα είναι ο εκάστοτε Διευθυντής του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού. Θα έχει την φροντίδα της προετοιμασίας των θεμάτων ημερήσιας διάταξης, τήρησης πρακτικών και προετοιμασίας των ενημερωτικών εγγράφων και φακέλων.

  1. Η σύσταση του Οργάνου αυτού θα σημαίνει ότι το πολιτικό προσωπικό έχει αντιληφθεί το βαθμό της κρισιμότητας και τον απρόβλεπτο και το μακροχρόνιο χαρακτήρα των ανατροπών στη Βόρειο Αφρική και στη Μέση Ανατολή, του μέτρου των κινδύνων άλλα και των ευκαιριών για την Ελλάδα.

Επίσης, ότι κανένα κόμμα πια δεν μπορεί να χαράξει μόνο του εξωτερική πολιτική  χωρίς να έχει θεσμικά  επιδιώξει να μοιρασθεί την ανάλυση, τη γνώση, την εκτίμηση, τη πρόβλεψη και το περιεχόμενο της ίδιας της απόφασης.

Οι μικροπολιτικές προβλέψεις και εκτιμήσεις, στοιχείο αναπόσπαστο του εθνικού προγραμματισμού και των παραμέτρων που καθορίζουν την ισχύ, τα αντανακλαστικά  και τις παρεμβατικές δυνατότητες της χώρας μας, καθιστούν εντελώς άκαιρες και παρωχημένες παραδοσιακές συνήθειες και πρακτικές.

Ζ) Η κορυφαία αποστολή των δικαστών και της δικαιοσύνης.

Ναι, περισσότερο από ποτέ  σήμερα  έχουμε ανάγκη την αποστολή των δικαστών. Κυρίως στην αποκατάσταση του περί ΔΙΚΑΙΟΥ και ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ αισθήματος μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αντιλαμβάνομαι  και γνωρίζω ότι οι Δικαστές δικάζουν με βάση το Νόμο και τη Δικονομία. Όχι για να ικανοποιηθεί το δημόσιο αίσθημα.

Σήμερα ,όμως , καλείται η Δικαστική Εξουσία να καλύψει τα σοβαρά ελλείμματα της Εκτελεστικής και της Νομοθετικής. Να γιατί πιστεύω ότι η αποστολή της σήμερα υπερβαίνει τα καθιερωμένα και θεσμοθετημένα από τη Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Νομολογία και Κεκτημένο όρια της.

Αν παρά τη βούληση των δικαστών δεν υπάρχει το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο, τότε είναι καθήκον της Εκτελεστικής Εξουσίας και του Κοινοβουλίου να φροντίσουν κατά προτεραιότητα για  τον εκσυγχρονισμό και τη θωράκιση του.

Αντί Επιλόγου: Η Προσωπική Ευθύνη

Αυτά δεν γράφονται με το σκοπό να ελεγχθούν άλλοι ή οι άλλοι.

Νοιώθω προσωπικά ευθύνη και βάρος στη συνείδηση μου για τη κατάντια της σημερινής Ελλάδας.

Η δίκη μου γενιά, η λεγόμενη πια με τόση ειρωνεία “γενιά του Πολυτεχνείου” είχε και όραμα και δύναμη. Το έδειξαν οι αγώνες εκείνων που στάθηκαν όρθιοι.

Ταυτόχρονα όμως καθένας από μας, κυρίως εμείς στους οποίους η Πατρίδα μας εμπιστεύθηκε θέσεις καίριες, οφείλουμε να αναλάβουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί και που μας καταλογίζεται..

Προσωπικά το πράττω και τη στιγμή αυτή