Άρθρο στην Εφημερίδα «ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ»
«Δεν κρύβω πως η σημερινή εκδήλωση που οργανώνει το «Ποτάμι» στην Πάτρα σηματοδοτεί και την επιστροφή στις ρίζες μου. Ο παππούς από Δημητσάνα. Η γιαγιά από Στεμνίτσα. Ο παππούς μας Βασίλης Παπαστεργιόπουλος ήταν μια «εξωχώρια εταιρεία» της εποχής του.  Ήταν πλανόδιος έμπορος. Κάμποσο καιρό μετά τον γάμο τους εγκαταστάθηκαν στο Δρέπανο. Τελικός, όμως, προορισμός ήταν η Πάτρα.
Έχουμε σε κάθε σπίτι της οικογένειας και την αφίσα του γενικού εμπορίου του παππού στη οδό Καραΐσκάκη 89. Το σπίτι της οικογένειας στο οποίο μεγάλωσαν επτά αδέλφια αλλά πολύ γρήγορα έμειναν έξι, υπάρχει πάντοτε στην οδό Υψηλάντου 134. Τα αδέλφια ήσαν ο Γιώργης, η Ιφιγένεια, ο Ντίνος, ο Ηλίας, η Ασημίνα (Λούλα), η μητέρα μου και ο Αλέκος που εξαφανίστηκε μικρός, πολύ μικρός, εδώ στην Αχαΐα στο δεύτερο αντάρτικο.
Η γιαγιά μου από τη πλευρά του πατέρα μου ήταν πρόσφυγας από την Κωνσταντινούπολη. Περιγράφω στο βιβλίο το προσφυγικό παράπηγμα – κατάλυμα στις Τζιτζιφιές, κοντά στον Κορυδαλλό, στο οποίο έμεινε μέχρι τον θάνατό της. Εκεί μεγάλωσε ο πατέρας μου. Σε δύσκολο περιβάλλον στην απόχρωση του γκρι.
Αυτά σαν εισαγωγή για να εξηγήσω τη σημασία που έχει για μένα η επιστροφή μου με το «Ποτάμι» εδώ στην Πάτρα.

Γιατί με Το Ποτάμι;
Μου λένε κάτι πρέπει να κάνουμε. Ναι, αλλά δεν φτάνει να συζητάμε. Πρέπει να δράσουμε. Έλα και συ μαζί μας, μου λένε καταξιωμένοι στην κοινωνία άνθρωποι.
Απαντώ ναι: Γιατί η σημερινή Ελλάδα διώχνει την καλύτερη και πιο μορφωμένη γενιά νέων. Τους λέει, τους λέμε, πως αυτή η χώρα δεν κάνει πια γι’ αυτούς. Δεν έχουν μέλλον σ’ αυτή. Τους γυρίζουμε την πλάτη.
Απαντώ ναι: Γιατί η Ελλάδα που σήμερα κτίζεται στην πραγματικότητα αποδομείται, θα είναι αύριο μια χώρα κατά πλειοψηφία γηρασμένων, οργισμένων συνταξιούχων, ανέργων, υποαπασχολούμενων. Θα έχει επίσης μια μικρότερη – ευτυχώς – δημόσια διοίκηση πλην όμως απαξιωμένη, αποκαρδιωμένη και αποδυναμωμένη.
Απαντώ ναι: Γιατί η μείωση του δημόσιου τομέα χωρίς ανάλογη μεταβολή των όρων λειτουργίας, δράσης και συμπεριφοράς του πολιτικού μας συστήματος δεν θα μπορέσει και δεν θα αρκέσει να οδηγήσει στην ανάταση και να φέρει την αισιοδοξία και την ελπίδα. Χρειάζεται, είναι απόλυτη εθνική ανάγκη, η ιθύνουσα πολιτική τάξη, αυτή που κυβερνά εδώ και τέσσερις δεκαετίες και η άλλη που ετοιμάζεται να κυβερνήσει να δώσουν το παράδειγμα.
Απαντώ ναι: Γιατί από τους νέους, η σημερινή Ελλάδα διώχνει και φτασμένους επιστήμονες, καθηγητές, γιατρούς, μηχανικούς και τόσους άλλους για τη μόρφωση και τη κατάρτιση των οποίων έχει επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ.
Απαντώ ναι: Γιατί κάθε επιστήμονας που φεύγει – που διώχνουμε – μαζί με τους χιλιάδες νέους, βάζει μια ακόμη σφραγίδα έλλειψης εμπιστοσύνης στο παρόν και στο μέλλον του τόπου αυτού.
Η δική μου ευθύνη
Εμείς που υπηρετήσαμε τέσσερις δεκαετίες σχεδόν σ’ αυτό το σύστημα έχουμε αναμφίβολα ευθύνη. Νιώθω και εγώ προσωπικά την ευθύνη για την Ελλάδα που παραδίδω στα παιδιά μου και στα εγγόνια μου. Αναλαμβάνω συνεπώς την ευθύνη που μου επιμερίζεται και που μου αναλογεί.
Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει στην «Ασκητική»:
»Να αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γη. Αν δεν σωθεί, εγώ θα φταίω».
Εγώ φταίω. Να κάτι που δεν ακούμε συχνά. Στη πραγματικότητα δεν το ακούμε ποτέ στη χώρα αυτή. Κυρίως, όμως, δεν το ακούμε από εκείνους που κατά το Σύνταγμα και τους νόμους έχουν τη μεγαλύτερη θεσμική ευθύνη για την απαξίωση της χώρας εκτός, αλλά και εντός των συνόρων της.